Menu
Μεταφυσικές / Όλες οι ιστορίες / Περιπέτειας

Κούκλα μου! Μέρος Δεύτερο

Βγήκα από το σπίτι για να πάω στις τράπεζες… και… αυτό. Δεν θυμάμαι τίποτα παραπάνω από έναν δυνατό θόρυβο. Ένα δυνατό κρότο. Και τώρα που το σκέφτομαι, το νιώθω κιόλας αυτόν τον κρότο. Είναι λες και έχει σφηνωθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ασυναίσθητα πάω το χέρι μου προς τα εκεί και ένας δυνατός, αλυσιδωτός πόνος διαπερνά όλο μου το σώμα τόσο γρήγορα, όσο μια κατσαρίδα χρειάζεται για να αποφύγει την παντόφλα.

Δεν είναι και δύσκολο να καταλάβει κάποιος ότι με χτύπησαν στο κεφάλι, αλλά ωφελώ να ομολογήσω ότι νιώθω λες και το χτύπημα έδιωξε και κάποια μου εγκεφαλικά κύτταρα ή τουλάχιστον τα νάρκωσε. Για παράδειγμα είναι φως φανάρι ότι είμαι κλεισμένος σε ένα πορτμπαγκάζ, αλλά πριν δεν πήγαινε καν το μυαλό μου.

Αχ, αν με έβλεπε η Αγνούλα τώρα. Θα ντρεπόταν για τον άνδρα που παντρεύτηκε, πριν τριάντα πέντε χρόνια.

Απ’ έξω ακούγονται φωνές. Μάλλον οι απαγωγείς μου. Παίρνω το μεσοκομμένο σχοινί στα χέρια μου. Σηκώνω το πανί για να καλύψει τα μάτια μου. Προσπαθώ να τυλίξω τα χέρια με το σχοινί, και εύχομαι να μοιάζω σαν να μην έχω προσπαθήσει, πριν λίγο, να δραπετεύσω. Ότι και να γίνει πρέπει να μην δω τους απαγωγείς μου, είχα δει σε μία ταινία που το έλεγε ένας αστυνομικός. Δεν πρέπει να δω τα πρόσωπά τους. Αν μου ανοίξουν τα μάτια εγώ πρέπει να τα κλείσω αμέσως.

Η πόρτα ανοίγει και δύο τύποι με παίρνουν σηκωτό. Ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και, μετά από αρκετό ταρακούνημα, με τοποθετούν σε μία καρέκλα. Μου λύνουν τα χέρια και τα μάτια, αλλά εγώ τα έχω ακόμα κλειστά. Έχω σχέδιο. Έχω λογική.

«Πετράκο μου άνοιξε τα ματάκια σου» ακούω και δεν μπορώ να πιστέψω στα αφτιά μου. Δάκρυα αρχίζουν να κυλάν στο πρόσωπό μου.

«Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε…», λέω ενώ ανοίγω τα μάτια μου και παγώνω. Μπροστά στα μάτια μου, ολοζώντανη, είναι η Αγνή μου, η Αγνούλα μου. Τα μαλλιά της ανεμίζουν μπροστά στην μεγάλη ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Νιώθω λες και παίζω σε κάποιου είδους κακόγουστης καθημερινής σειράς, που ο σεναριογράφος δεν ξέρει τι άλλο να κάνει και αρχίζει να ζωντανεύει τους νεκρούς. «Ααα…..α…» προσπαθώ να πω κομπιάζοντας.

«Αγνούλα ή Αγνή. Ακούω και στα δύο», με διακόπτει παιχνιδιάρικα.

«Μαααα..» προσπαθώ να αρθρόσω.

«Για να μαντέψω», με ξανά διακόπτει, «Μα εσύ είσαι νεκρή; ή μήπως Μάρμαρο λευκό έβαλα στον τάφο σου όπως μου ζήτησες; Όπως και να έχει, αν συνεχίσουμε με τον ρυθμό σου θα τελειώσουμε σε κανένα διήμερο και εγώ βιάζομαι. Λοιπόν Πετράκο μου άκου. Εγώ δεν πέθανα ακριβώς αλλά με κυνηγούσαν και κινδύνευε η ζωή μου. Η ζωές μας βασικά, γιατί αυτοί οι επιτήδειοι θα εκμεταλλευόντουσαν εσένα, τον αντρούλι μου, για να με πιάσουν. Έτσι και εγώ προσπάθησα να τους ξεγελάσω. Δυστυχώς έπρεπε να σε πληγώσω για να το καταφέρω αυτό, αλλά είχε σχεδόν πετύχει, πριν τον αρραβώνα του Σταύρου και της Σταυρούλας. Θα σε έπαιρνα να πάμε να ζήσουμε κάπου μακριά από όλα αυτά. Αλλά ήρθε αυτή η αχόρταγη η ανιψιά μου και τα κατέστρεψε όλα. Και τώρα με κατάλαβαν. Πρέπει να με βοηθήσεις», είπε η Αγνή μου… αλλά είναι η Αγνή μου… μήπως όλο αυτό είναι ένα όνειρο ή καμία αρρωστημένη φάρσα; «Πέτρο!» φωνάζει απότομα και με κάνει να τιναχτώ λίγο από την θέση μου. «Πετράκο μου, θέλω να πω…», συνεχίζει με γλυκιά φωνή μετά από την αντίδρασή μου. Κάνει νόημα στους φωσκοτούς να φύγουν.

Το μόνο που ακούγετε είναι τα βήματα των μαυροφορεμένων μπράβων να κατεβαίνουν τις σκάλες, διακόπτεται ο ήχος και μετά από λίγο γρυλίζει η μηχανή του αυτοκινήτου καθώς απομακρύνετε. Και μετά σιωπή.

«Καταλαβαίνω ότι θες τον χρόνο σου για να επεξεργαστείς την κατάσταση, αλλά όπως σου είπα, δεν έχω καθόλου χρόνο», λέει χαμηλόφωνα. «Ειλικρινά, χρειάζομαι όλες τις κούκλες. Είναι ζήτημα ζωής… της δικιάς μου ζω…».

«Τι τις θες τις κούκλες; Τι σχέση έχουν με την ζωή μας;» την διακόπτω εγώ αυτήν την φορά.

«Δεν μπορώ να σου πω, Πέτρο μου. Μην με αναγκάζεις να σου πω…»

«Αγνή! Είπα πως θέλω να ξέρω τι μου γίνεται! Με κορόιδεψες με τον χειρότερο τρόπο! Μου έκανες πράγματα που μόνο κακοποιοί κάνουν! Θέλω να ξέρω!»

«Θυμάσαι τις κούκλες που έφτιαχνα για φίλες και γνωστές» λέει χωρίς να περιμένει απάντηση. «Είναι κούκλες μαγικές. Ξέρεις αυτές που κάνουν πάνω τους ξόρκια και δεσίματα. Αυτές τις κούκλες πρέπει να τις βρω, είναι ο μόνος τρόπος για να σταματήσουν να με κυνηγάνε. Νόμιζα ότι είχα καταφέρει να τις καταστρέψω όλες αλλά προφανώς έκανα λάθος. Όταν πήγα, στην Σταυρούλα, να την ρωτήσω τι έγινε, μου είπε ότι είχε βρει την δικιά της μαζί με κάποιες ακόμα στο σπίτι μας. Έψαξαν χθες εκεί που μου είπε, αλλά μάταια. Δεν βρήκα τίποτα. Που έβαλες τις κούκλες Πέτρο;»

«Άρα για τις κούκλες μόνο ενδιαφέρεσαι; Όχι για εμένα, τον γάμο μας, την σχέση μας; Μόνο για τον εαυτό σου και τις κούκλες σου;» ρωτάω απογοητευμένος. Η άποψή μου για την γυναίκα μου έχει αλλάξει μέσα σε λίγες στιγμές. Αρχίζω να βλέπω τα κενά στον γάμο μας. Η οικογένειά μου ήταν ευκατάστατη και η μάνα μου δεν ήθελε την Αγνή, μέχρι που μία μέρα άλλαξε γνώμη. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να μου δώσει την επιχείρηση, γιατί πίστευε ότι ήμουν άπειρος ακόμα, μέχρι που μία μέρα άλλαξε γνώμη. Εγώ ήθελα παιδιά και η Αγνή όχι, μέχρι που μία μέρα άλλαξα γνώμη. Σε όλη μας την σχέση ήμουν υπό τις διαταγές της. Νόμιζα ότι ο έρωτας τα είχε κάνει όλα αυτά, αλλά μάλλον έκανα λάθος.

«Εγώ Πέτρο μου…» πάει να πει αλλά δεν προλαβαίνει να τελειώσει την πρότασή της. Τρέχω ως αυτήν και πέφτω μαζί της στο κενό. Την αγκαλιάζω με όλη μου την δύναμη, ενώ τα δάκρυά μου κυλάνε στα μαλλιά της. Οι φωνές της ακούγονται λες και έρχονται από χιλιόμετρα μακριά. Μάλλον δεν θα πάμε στο ίδιο μέρος σκέφτομαι, μία στιγμή πριν.

 

 

Η αρχή στο Μέρος 1
Πηγή Εικόνας: freepik