Menu
Επιστημονικής Φαντασίας / Όλες οι ιστορίες

Η Ομπρέλα και το Τρένο

Ανοίγω τα μάτια μου, και σαν από όνειρο βλέπω τον μικρό χώρο της σοφίτας. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό μου. Τα ράφια είναι σκονισμένα και τα δοκάρια αραχνιασμένα. Δεν νομίζω ότι έχω ξανά χαρεί απλά βλέποντας ιστούς αράχνης, δεν νομίζω ότι έχει συμβεί σε κανέναν αυτό.

Σηκώνω το πάνω μέρος του σώματός μου από το πάτωμα και τινάζω τα μαλλιά μου που έχουν ήδη γίνει άσπρα από τα βρόμικα σανίδια. «Μάλλον το σχέδιο πέτυχε λίγο καλύτερα απ’ ότι περιμέναμε», ψιθυρίζω στον εαυτό μου και ένα λίγο πιο πλατύ χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη μου.

Σηκώνομαι και τινάζομαι. Οι λευκοί κόκκοι πετάγονται παντού. Πιάνω το χρυσό κρύο πόμολο και το γυρνάω. Λεπτό με το λεπτό το χαμόγελό μου μεγαλώνει όλο και περισσότερο.

Κατεβαίνω τα σκαλιά και αντικρίζω το παράθυρο. Έξω βρέχει. Πρέπει να βρέχει για αρκετή ώρα, καθώς έχουν σχηματιστεί μεγάλες λακκούβες στην πίσω αυλή.

Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα, αλλάζω ρούχα και χτενίζω τα μαλλιά μου. «Σε λίγο», μονολογώ, «περίμενε πρώτα να γίνω λίγο όμορφη πρώτα και θα μάθεις τα ευχάριστα. Βασικά πρέπει να μάθω πρώτα που είσαι εσύ, πόσος καιρός έχει περάσει, τι έχει γίνει…», τα φρύδια μου σουφρώνουν, «πώς θα τα μάθω όλα αυτά;».

Ψάχνω στο σπίτι μήπως βρω κάτι να με βοηθήσει. Βγαίνω προσεκτικά από την εξώπορτα, καθώς δεν θέλω να με δει κανένα περίεργο μάτι, και, με την κακόγουστη ομπρέλα της γιαγιάς μου, σέρνω όσες εφημερίδες ήταν στοιβαγμένες για μήνες από βεράντα στον χολ.

Καθισμένη στην καρέκλα του τηλεφώνου, προσπαθώ να τις ξεκαθαρίσω. Κάτω – κάτω  είναι οι πολύ παλιές και πάνω οι πιο νέες, με την τελευταία να γράφει ημερομηνία που απέχει πάνω από έναν χρόνο από την αναχώρηση μου. Το χειρότερο; Φαίνεται ότι δεν είναι καινούρια. «Σοβαρά τώρα; Νόμιζα ότι είχαμε κάνει καλούς υπολογισμούς!»

Έτσι όπως τις ανακατεύω, το μάτι μου πέφτει πάνω σε μία φωτογραφία με καπνούς. “Τραγικό δυστύχημα στην μικρή μας πόλη! Δεκάδες νεκροί και χιλιάδες τραυματίες, ανάμεσά τους και συμπολίτες μας!” γράφουν με μεγάλα γράμματα στον τίτλο, ενώ η εικόνα δείχνει ένα ρημαγμένο τρένο μπροστά από το δάσος. «Αυτό έγινε μόλις λίγες εβδομάδες αφού έφυγα!» λέω ξεψυχισμένα και παίρνω στα χέρια μου την εφημερίδα. “Τουλάχιστον αποφύγαμε την φωτιά, λέει ο αρχηγός της πυροσβεστικής”, διαβάζω και το μυαλό μου πηγαίνει σε μία κοπέλα που μένει κοντά στο σημείο σύγκρουσης.

Ανοίγω την εφημερίδα για να δω τις φωτογραφίες και τα ονόματα των θυμάτων. Δεν θα ήθελα να δω αυτήν ή κανέναν άλλον που ξέρω ανάμεσά τους αλλά υποθέτω ότι όλοι αυτό σκέφτονται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Όχι… δεν είναι δυνατόν…

Βγαίνω από την πόρτα, ανοίγω την ομπρέλα και αρχίζω να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Νιώθω την βροχή να χτυπά απαλά το πρόσωπό μου. Η ομπρέλα δεν κάνει πολλά για να με σώσει από τα νερά, έτσι όπως γρήγορα που πάω, αλλά δεν με νοιάζει.

Σταματάω απότομα και το φόρεμά μου παρασύρεται λίγο πιο πέρα, από την φόρα που είχα. Σηκώνω αργά το βλέμμα μου και αντικρίζω το ρημαγμένο τρένο με αριθμό 539. Η χλωρίδα και η σκουριά έχουν καλύψει σχεδόν όλες του τις επιφάνειες. Τα φώτα του σπασμένα και η σιδεριά του στραπατσαρισμένη. Το νιώθω σαν να με κοιτάει. Το νιώθω σαν να μου λέει: «συγνώμη που παραπάτησα». Το νιώθω να αργοπεθαίνει. Η ανάσα του αρχίζει να λιγοστεύει, και οι πυροσβέστες γύρο του προσπαθούν να σβήσουν τις σπίθες, που περιτριγυρίζουν τα βαγόνια, ενώ διασώστες…  διασώζουν…

Η καρδιά μου με κάνει να γονατίσω στο υγρό γρασίδι, ενώ ο ομπρέλα έχει ήδη γλιστρήσει από τα χέρια μου. Το μυαλό μου, μου ζητάει να φύγω, αλλά τα γόνατά μου, παραμένουν ριζωμένα μέσα στα νερά. Δεν μπορώ να κουνήσω ούτε τα βλέφαρά μου, μέχρι να νοιώσω το κάψιμο στον αμφιβληστροειδή μου.

«Μικρή μου θα σε δω στο μέλλον, εκτός απροόπτου» ακούω ξανά και ξανά και ξανά και ξανά την φωνή του στο κεφάλι μου.

Το μέλλον είναι εδώ. Εγώ πήρα τον σύντομο δρόμο, που φτιάξαμε μαζί, και αυτός θα έπαιρνε τον αργό, αλλά δεν έχω κανέναν τρόπο να του πω ότι η μηχανή μας δουλεύει.

Οι λυγμοί μου ακούγονται δυνατά και κάνουν αντίλαλο στον χώρο αλλά δεν με νοιάζει. Ας έρθουν όλοι να με δουν.

Η όρασή μου θολώνει από τα δάκρυα, όταν τα σκουπίζω το τρένο έχει εξαφανιστεί. Το γρασίδι και τα φυτά φαίνονται αψεγάδιαστα. Τίποτα δεν προμηνύει το θανατηφόρο ατύχημα. Η σκέψη αυτή κάνει τους λυγμούς μου ακόμα πιο δυνατούς.

 

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Επιστημονικής Φαντασίας
Πηγή Εικόνας: freepik