«Μην ανησυχείς θα βγάλω εγώ την Μπέμπα βόλτα. Κάτσε στο κρεβάτι και ξεκουράσου, σε μία ώρα θα είμαστε πίσω».
«Είσαι σίγουρη; Δεν είναι εύκολη στους ξένους», μου είπε αυτή όλο ενδοιασμούς.
«Τι είπες; Από πότε είμαι εγώ ξένη; Τόσες βόλτες έχουμε βγει μαζί!»
«Δεν είσαι ξένη αλλά δεν είσαι και το αφεντικό της και στις βόλτες μας εσύ πάντα κρατάς το λουρί από την Σέιλορ, όχι της Μπέμπας».
«Που αποδεικνύει πόσο καλή σκύλο-μαμά είμαι».
«Που αποδεικνύει ότι ξέρεις να κουμαντάρεις μαλτέζ δέκα κιλών και όχι μολοσσό πενήντα».
«Γιατί τα παχαίνεις τα παιδιά; Η Σέιλορ μου είναι οχτώ κιλά και διακόσια γραμμάρια και η δικιά σου μόλις σαράντα εφτά», της είπα ειρωνικά και φώναξα την Μπέμπα.
«Αυτό μικραίνει την διαφορά τους μόνο κατά ένα κιλό. Πόση διαφορά νομίζεις ότι θα κάνει αυτό το κιλό».
«Καμία, απλά σε κάνει αναξιόπιστη πηγή πληροφοριών. Άκου εκεί το κορίτσι μου να το πεις ότι είναι δέκα κιλά ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι κάνει δίαιτα και προσπαθεί να χάσει το μισό κιλό που μας έμεινε από την στείρωση», την μάλωσα με θεατρικότητα και αφού έδεσα την Μπέμπα, την χαιρέτισα.
«Μπέμπα μου εσύ θα είσαι καλό κορίτσι σήμερα γιατί η μανούλα σου χρειάζεται ξεκούραση. Εκτός και αν θες να κάνεις την ανάγκη σου στο μπαλκόνι, από εδώ και πέρα», την προειδοποίησα στο ασανσέρ. Εκείνη με κοίταξε με χαρά αφού το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν η βόλτα.
Βγήκαμε από την πολυκατοικία και ξεκινήσαμε τον συνηθισμένο περίπατο. Στην πορεία όλοι έκαναν στην άκρη να περάσουμε. Κανείς δεν μου πρότεινε να χαϊδέψει την μικρή. Πολύ άλλαζαν μέχρι και πεζοδρόμιο, παρόλο που πάντα την κρατούσα πολύ κοντά μου.
Πρώτη φορά ένοιωθα τόσο δυνατή. Είχα στα χέρια μου κάτι που οι γύρω μου φοβόντουσαν, σε αντίθεση με την Σέιλορ που όλοι την περιφρονούσαν και έπρεπε να την προστατεύω αφού ήταν λίγο φοβητσιάρα.
Την Μπέμπα όλοι την είχαν από μακριά, κάτι χαζό αφού σε αντίθεση με τον δικό μου διάβολο, που γαύγιζε ότι έβλεπε, η Μπέμπα ήταν ο πιο γλυκός σκύλος στον κόσμο. Δεν πείραζε ούτε μυρμήγκι.
Στο πάρκο βρήκα άτομα που ήξερα και περπατήσαμε μαζί για λίγο. Η μπέμπα έκανε την ανάγκη της, που σε μέγεθος ήταν όσο ο σκύλος μου. Εγώ τα μάζεψα με τις τεράστιες ιδικές σακούλες της. Και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Όλα πήγαιναν υπέροχα. Όλα ήταν μοναδικά. Μέχρι που παρατήρησα τον πρώην μου να στέκεται και να μιλάει.
Ήταν μακριά και λογικά δεν είχε προλάβει να με δει, αλλά μπλόκαρε τον δρόμο για το σπίτι.
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστριψα σε ένα στενό. Φυσικά δεν θα χανόμουν και είχαμε πάρει κάποιες φορές με την Σέιλορ αυτόν το δρόμο για το σπίτι. Θα έκανα έναν μικρό κύκλο αλλά θα κατέληγα στην ίδια πορεία. Μικρό τίμημα να πληρώσω για να αποφύγω να με δει ένας αχάριστος πρώην απεριποίητη, ή τουλάχιστον αυτό νόμιζα.
Μετά από μικρές περιπλανήσεις σε στενά, στρίψαμε στον δρόμο του σχολείου. Η Μπέμπα έγινε ξαφνικά λίγο ανήσυχη. Φαντάστηκα ότι έφταιγε πως ο δρόμος ήταν άδειος, ή ότι είχαμε αλλάξει διαδρομή.
Είχα άδικο.
Στιγμιαία η Μπέμπα άρχισε να τρέχει και να γαβγίζει. Εγώ πριν προλάβω να αντιδράσω, άρχισα να τρέχω μαζί της και να της φωνάζω να σταματήσει. Όμως αυτή ήταν πιο γρήγορη και δυνατή από εμένα. Και τότε ένα μικρό ανασηκωμένο πλακάκι, από τις ρίζες κοντινού δέντρου, κατέληξε να είναι η καταδίκη μου.
Σκόνταψα. Έπεσα. Μου έφυγε το λουρί. Και άνοιξε το πιγούνι μου.
Η Μπέμπα πήγε και αγρίεψε στην μεταλλική πόρτα. Εγώ σήκωσα το πρόσωπό μου από το πεζοδρόμιο, είδα τα αίματα και φώναξα την Μπέμπα με όλη μου την δύναμη.
Εκείνη γύρισε να με κοιτάξει, είδε ότι ήμουν έξαλλη και επέτρεψε κλαμένη κοντά μου.
Πήρα το λουρί της Μπέμπας σφιχτά και την αγριοκοίταξα. Για καλή μου τύχη μαζί μου πάντα κουβαλούσα στεγνά και υγρά μαντηλάκια. Οπότε μπόρεσα να σταματήσω τα αίματα.
Γύρισα το λουρί αρκετές φορές στο χέρι μου και όταν περάσαμε από την πόρτα του σχολείου, είδα ότι γάβγιζε σε μία γάτα.
Όταν έφτασα πίσω η φίλη μου πρώτα ανησύχησε με την αιμόφυρτη όψη μου, μετά γέλασε όταν της είπα τι έγινε και τέλος μου εξήγησε ότι η Μπέμπα έχει θέμα με τις γάτες και αποφεύγουν τον δρόμο που πήγα με κάθε θυσία αφού είναι γνωστό γάτο-σημείο.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ Πηγή Εικόνας: freepik
