Menu
Αισθηματικές / Όλες οι ιστορίες

Το ‘χουν Βούκινο

Ήταν μία μέρα όπως όλες οι άλλες, ή τουλάχιστον έτσι είχε ξεκινήσει. Ο ήλιος έλαμπε, ένα ελαφρό αεράκι δρόσιζε τους περαστικούς και είχα έναν πάρα πολύ καλό ύπνο που μου έδωσε καταπληκτική διάθεση, μέχρι να γίνει αυτό που με κατέστρεψε.

Είναι που είχα την ατυχία να τον πετύχω απόγευμα, μέρα που τα χάπια μου με είχαν πιάσει και είχα και μάρτυρες, την Κασσάνδρα από την δουλειά. Δεν με χώνευε βέβαια αλλά δεν με μισούσε μάλλον αρκετά για να με βγάλει ψεύτρα.

Είχα ανοίξει την πόρτα του γραφείου του όταν άρχισα να τσιρίζω από το σοκ.

«Είσαι τρελή;» φώναξε εκείνος κοιτάζοντάς με, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να σουλουπωθεί. Το ίδιο και η Δέσποινα δίπλα του. Όταν κούμπωσε το παντελόνι του έτρεξε πάνω μου και μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του, ενώ εγώ συνέχιζα να τσιρίζω και πλέον προσπαθούσα και να απεγκλωβιστώ.

Για καλή μου τύχη η Κασσάνδρα είχε ακούσει τις φωνές μου και έτρεξε προς το μέρος μας. «Τι έγινε;» ρώτησε φανερά αγχωμένη. Νόμιζε ότι έπαθα καμία κρίση πανικού ή κάτι παρόμοιο.

Η κατάσταση της ψυχικής μου υγείας ήταν γνωστή και στους τρεις ορόφους της εταιρείας, όπως φυσικά και ο μεγαλοπρεπείς γάμος μου με το τομάρι που μ’ απατούσε, προφανώς, με την Δέσποινα την γραμματέα του.

Μα με την γραμματέα του; Σε ποιον να το πω και να μην με πει κλισέ;

«Μην ανησυχείς Κασσάνδρα, η γυναίκα μου άλλαξε χάπια και μάλλον επηρεάζουν την φαντασία της», προσπάθησε να τα μπαλώσει το κτήνος!

Τότε εγώ του έδωσα μία κλωτσιά στο καλάμι, αν και στόχευα για πιο πάνω. Εκείνος απελευθέρωσε, επιτέλους, το στόμα μου. Μετά τον χαστούκισα, έπιασα την Κασσάνδρα από το χέρι και άρχισα να περπατάω προς το γραφείο μου με γοργό βήμα.

Η Κασσάνδρα μη ξέροντας τι να κάνει απλά μ’ ακολουθούσε. Είμαι σίγουρη ότι πρέπει να άρχιζε να με φοβάται αλλά δεν είχε και πολλές επιλογές. Το γουρούνι έμεινε πίσω και δεν προσπάθησε να με ακολουθήσει. Ήξερε ότι θα του πετούσα ότι έβρισκα μπροστά μου στο πρόσωπο, που προσπαθούσε να κρατήσει κρυστάλλινο με όλες τις κρέμες που του αγόραζα.

Όταν μπήκαμε στο προσωρινό μου καταφύγιο, άφησα το χέρι της Κασσάνδρας, έκλεισα την πόρτα πίσω μου και στήριξα την πλάτη μου πάνω της γλιστρώντας προς το πάτωμα στο οποίο έκατσα.

Η καημένη Κασσάνδρα φανερά τρομαγμένη στεκόταν σαν άγαλμα μπροστά μου προσπαθώντας να μην κουνήσει ούτε βλέφαρο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να σκεφτόταν τρόπους να αποδράσει.

«Πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη», είπε μετά από αρκετή ώρα σιωπής και αμηχανίας. «Νόμιζα ότι το ήξερες και έκανες τα στραβά μάτια. Όλοι μας αυτό νομίζαμε δηλαδή. Ο προϊστάμενος ήθελε να τον απολύσει για την ανάρμοστη συμπεριφορά του στο γραφείο, αλλά νομίζαμε ότι αφού είσαι εσύ οκ με αυτό, σε εμάς δεν πέφτει λόγος. Μην ανησυχείς, όλοι είναι με το μέρος σου και θα σε στηρίξουμε».

«Ο γάμος μου καταστράφηκε και εσύ μου λες ότι όχι μόνο ότι το ξέρατε εδώ και καιρό αλλά κι ότι πρέπει να νοιαστώ που η Σούλα και κάθε Σούλα δεν θα μου κρατήσει κακία!» της φώναξα με όση δύναμη μου είχε μείνει μέσα από τα αναφιλητά μου.

«Στο ξενοδοχείο που βάλαμε του Ιταλούς η Στέλα έκλεισε ακόμα ένα δωμάτιο κατά λάθος, θες να τους πω να σου το ετοιμάσουν;»

Έγνεψα το κεφάλι μου καταφατικά και ακολούθησα την Κασσάνδρα σαν ζόμπι ως το ξενοδοχείο. Εκεί ήταν η Στέλλα και η Σούλα. Σχεδόν το μισό γραφείο ήρθε εναλλάξ και κρατούσαν σκοπιά για να μην κάνω καμία βλακεία. Την επομένη έκλεισα ραντεβού σε ένα κέντρο αποκατάστασης και έμεινα για λίγο καιρό μέχρι να μπορέσω να επιστρέψω στον Γολγοθά που με περίμενε.

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Αισθηματικές, Κοινωνικές
Πηγή Εικόνας: freepik