Menu
Όλες οι ιστορίες / Χιούμορ

Ποια είναι αυτή;

«Έχει και άλλη μία κούτα εδώ πάνω» φώναξε ο Κώστας.

«Τι γράφει;» του ανταπέδωσε την φωνή η Έλλη.

«Άζαξ», είπε κατεβάζοντάς την. «Αυτή η μάνα μου έναν τίτλο δεν μπορούσε να βάλει; Καθόμαστε και ψάχνουμε από χθες για τα κοσμήματα της γιαγιάς που δεν ξέρει καν αν τα έβαλε στο πατάρι ή την αποθήκη ή στο σπίτι της θείας ή στο σπίτι της άλλης θείας. Ρε Ελλίτσα μου, έλα να πάμε να πάρουμε δύο νέες βέρες να τελειώνουμε. Τι τις ψάχνουμε τις σαβούρες;»

«Δεν είναι σαβούρες είναι κειμήλια και είσαι τυχερός που τα έχεις. Οι δικοί μου τα έχασαν όλα στα τυχερά παιχνίδια. Εσύ μπορείς να νιώσεις την ιστορία μέσα από τα αντικείμενα των προγόνων σου».

Ο Κώστας δεν μίλησε και χάρηκε που δεν τον έβλεπε η Έλλη καθώς η γκριμάτσα του θα γινόταν, από μόνη της, αιτία για καυγά. «Αφού σου αρέσουν τόσο κάτσε και δες μόνη σου την τελευταία κούτα. Εγώ θα φτιάξω ένα σάντουιτς. Όταν τελειώσεις πες μου να τα ανεβάσουμε πάλι πάνω».

«Καλά, αλλά κάνε και ένα σάντουιτς για εμένα για να φάμε πριν αρχίσουμε πάλι το ανέβασμα».

Ωραία… δηλαδή τώρα θα πρέπει να την περιμένω για να φάμε μαζί; Τι θυσίες κάνω για αυτήν την σχέση; σκέφτηκε ο Κώστας, ενώ το στομάχι του είχε κολλήσει στην πλάτη. Παράλληλα είπε χαμογελαστά «χαρά μου» στην Έλλη.

Πέντε λεπτά μετά η Έλλη φάνηκε στο σαλόνι με μία φωτογραφία στα χέρια της.

Ο Κώστας της έδωσε το σάντουίτς της και την ρώτησε, «Τι είναι αυτό;»

«Εσύ και η κοπέλα σου στην τρίτη λυκείου. Το κουτί είχε μόνο βιβλία και αυτήν την φωτογραφία. Την έφερα μπας και έχεις καμιά καλή ιστορία να μου πεις».

Ο Κώστας άρπαξε την φωτογραφία και την κοίταξε απορημένος. Ήταν η ομαδική φωτογραφία του τελευταίου σχολικού έτους του, που η μητέρα του αγόρασε από τον φωτογράφο. Σχεδόν κανείς δεν είχε αγοράσει τις φωτογραφίες εκείνη την χρονιά, αλλά η μάνα του επέμεινε.

Στην φωτογραφία καθόταν μακριά από τους φίλους του, δίπλα από ένα ζευγαράκι που είχε την πλάτη γυρισμένη προς τον Κώστα και από την άλλη πλευρά του ήταν μία κοπέλα που φαίνονταν να ήταν στραμμένη προς αυτόν.

«Δεν την ξέρω», είπε και έκανε μία μεγάλη δαγκωνιά στο σάντουιτς του.

«Ρε Κώστα άσε τις βλακείες. Γιατί δεν θες να μου πεις; Εγώ για τόσες παλιές μου σχέσεις σου έχω πει. Πες μου δεν με νοιάζει μία απαρχαιωμένη σχέση που είχες στα δεκαεφτά σου απλά καμιά βλακεία θέλω να ακούσω καθώς τρώμε».

«Δεν έχω κάτι να σου πω. Δεν ξέρω ποια είναι».

«Κώστα σταμάτα τα ψέματα».

«Δεν λέω ψέματα αλήθεια δεν ξέρω ποια είναι».

«Θες να μου πεις ότι όχι μόνο η κοπέλα που είναι σχεδόν πάνω σου, όχι μόνο δεν είναι κοπέλα σου, αλλά και ότι είναι μία άκυρη τύπισσα, ούτε καν συμμαθήτριά σου, που βρήκαν και έβαλαν δίπλα σου για να παριστάνεται το ζευγαράκι».

«Όχι εντάξει, συγνώμη, από το σχολείο μου ήταν απλά δεν την θυμάμαι, δεν κάναμε παρέα και κυρίως δεν τα είχαμε».

«Μήπως δεν θυμάσαι ότι θα είχατε;»

«Τώρα ποιος λέει βλακείες; Είναι δυνατόν να ξεχάσω μία σχέση μου και μάλιστα αν ήταν από τις πρώτες μου;»

«Μπορεί να σε πλήγωσε πολύ, ξέρω κι εγώ; Γιατί κάθεσαι δίπλα της; Ο Άκης κάθετε πίσω…»

«Ο Άκης είναι δύο δέκα. Εγώ στο λύκειο ήμουν ένα εβδομήντα».

Η συζήτηση σταμάτησε λίγο πιο μετά, οι κούτες ανέβηκαν στις θέσεις τους αλλά η Έλλη δεν το έβαλε κάτω. Θα ρωτούσε μέχρι και την μέλλουσα πεθερά της αν χρειαζόταν, αλλά πρώτα ήθελε να ακούσει την γνώμη μιας φίλης της για όλα αυτά.

Μήπως είμαι υπερβολική; αναρωτήθηκε.

«Λοιπόν τι λες;» ρώτησε την δείχνοντας την φωτογραφία στην φίλη της την Θεανώ.

«Καλέ αυτήν την ξέρω… Α! Πάμε μαζί γυμναστήριο! Θα την ρωτήσω μόλις την δω».

Έτσι η Θεανώ προσπάθησε να ρωτήσει την σχεδόν άγνωστη κοπέλα, με όση ευγένεια υπήρχε για τα ερωτικά της όταν πήγαινε σχολείο.

«Καλά βρε Θεανούλα μου», της είπε γελώντας εκείνη χωρίς να σταματήσει ή κατέβει από τον διάδρομο. «Πίστεψες πως θα μπορούσα να τα φτιάξω ποτέ με κάποιον τόσο χάλια όπως αυτόν τον τύπο; Με προσβάλεις… Η εξήγηση είναι πολύ απλή… Βλέπεις τις δύο κοπέλες πίσω μου; Είναι οι κολλητές μου, τις έχεις δει λογικά και εδώ ερχόμαστε πάντα στα ομαδικά μαζί. Τέλος πάντων είμαι ανάμεσά τους και στρέφω στην κάμερα το καλό μου το προφίλ, γι’ αυτό γέρνω ελαφριά προς το πλάι. Τώρα θα με συγχωρέσεις… Καλή η κουβέντα αλλά εδώ ήρθαμε να γυμναστούμε και πρέπει να ανεβάσω ταχύτητα», είπε και συνέχισε το τρέξιμο.

Η Θεανώ κοίταξε το πάτωμα και απόρησε τι θα πει στην κολλητή της και ποιο θα ήταν το νέο της γυμναστήριο γιατί σε αυτό δεν θα ξαναπατούσε.

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ
Πηγή Εικόνας: freepik