Menu
Όλες οι ιστορίες / Χιούμορ

Πιλότος της Πλάκας

Δεν ξέρω τι ώρα είναι. Μπορεί να έχουν περάσει τρεις ώρες ή λίγα λεπτά από την στιγμή που έφτασα σε αυτό το καταραμένο μέρος.

«Είδες θα έχει και άλλα σαράντα πέντε λεπτά καθυστέρηση», λέει η διπλανή μου σε μια κυρία παραδίπλα.

Τέλεια! Πλήρωσα ταξί για το τίποτα! Απλά για να κάνω το κέφι της αεροπορικής!

Αχ πρέπει να συνέλθω, το λάθος ήταν δικό μου όχι της αεροπορικής. Έγιναν κάτι καθυστερήσεις λόγο καιρού. Αν και δεν θέλω να το παραδεχτώ το λάθος είναι όλο δικ… Βασικά το λάθος είναι του βλάκα του αφεντικού μου που με κράτησε μία ώρα παραπάνω στην δουλειά, ενώ ήξερε ότι σήμερα πετάω.

Εντάξει μπορεί να ευθύνομαι που τελευταία στιγμή είπα να φάω ένα σάντουιτς πριν φύγω. Αλλά και το ότι έκλεισα εισιτήριο για μετά την δουλειά, ενώ ξέρω ότι ο κάφρος Αντώνης θα κάνει τα πάντα για να δυσκολέψει την ζωή μου.

«Καλά τι έχει αυτή;», προσπάθησε να ψιθυρίσει η διπλανή μου αλλά μόνο η ανάσα της ακούγεται στα εκατό μέτρα.

Προσπαθώ να γυρίσω διακριτικά να δω για ποια μιλάει, αλλά όλοι έχουν ήδη καρφώσει τα μάτια τους πάνω μου. Και τότε παρατήρησα ότι έχω γίνει μέσα στα αίματα. Από την μύτη και τα αφτιά μου τρέχει ποτάμι το αίμα, βγάζω ένα χαρτομάντιλο για τι μου ήρθε βήχας και βγαίνει αίμα και από εκεί. Μία κοπέλα παραδίπλα τσιρίζει.

Τέλεια τώρα πρέπει να εξηγώ στις αεροσυνοδούς ότι δεν έχω φυματίωση και σίγουρα κάποιος θα νομίζει ότι ξέρει καλύτερα από εμένα το πρόβλημά μου και θα προσπαθήσει να μου δώσει ιατρικές συμβουλές.

Χωρίς να το καταλάβω, κυρίως γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ και πολλά αυτήν την στιγμή, μια κοπέλα που υποθέτω ότι είναι αεροσυνοδός, με πιάνει από το χέρι και στηρίζοντας με, με πάει σε ένα μικρό δωμάτιο.

Πιο μετά, χρονικό διάστημα που μου φάνηκε αιώνας και δευτερόλεπτα ταυτόχρονα, ακούω μία γλυκιά και ήρεμη φωνή να με ρωτά πως είμαι. Και για την ακρίβεια νιώθω πολύ καλύτερα.

Με ενημερώνουν ότι μπορώ να επιβιβαστώ. Ένα ειδικό αυτοκινητάκι που μέσα του στο παρελθόν έχω δει μόνο γιαγιάδες που περπατάνε με τρία μπαστούνια να το χρησιμοποιούνε, με πηγαίνει στο αεροπλάνο.

Οι αεροσυνοδοί με βάζουν να κάτσω στην θέση νούμερο ένα, υποθέτω για να με προσέχουν. Είναι αρκετά τρομαγμένοι με την κατάσταση μου και μου προτείνουν να μην πραγματοποιήσω το ταξίδι, αλλά τους εξήγησα την κατάσταση μου για ακόμα μια φορά. Δεν ξέρω αν τους έχω πείσει αλλά αφού με αφήνουν να μπω στο αεροπλάνο δεν θα βγάλω αχνά.

Η πτήση μας είναι κατά πολύ μικρότερη από την αναμονή που δεχτήκαμε στο αεροδρόμιο. Σε αρκετά σημεία ο πιλότος βγάζει άσκοπες ανακοινώσεις με την κάκιστη αγγλική προφορά του.

Δύο κοπελίτσες παραδίπλα ξετρελάθηκαν μαζί του. Τον θεωρούν υπερβολικά αστείο. Θα μου φαινόταν πιο κατανοητό αν και λιγότερο αποδεκτό να κοροϊδεύουν την προφορά του, όμως κυριολεκτικά της άκουσα να λένε η μία στην άλλη ότι είναι ξεκαρδιστικός. Προσωπικά έχω ακούσει λιγότερο κλισέ ατάκες από θείους σε πασχαλινά τραπέζια.

Πριν μας αφήσουν να προσγειωθούμε ένας αεροσυνοδός με ενημερώνει ότι θα πρέπει να μην αποβιβαστώ με τους υπόλοιπους επιβάτες αλλά να περιμένω το ηλίθιο αυτοκινητάκι. Έτσι περιμένω μέχρι να αδειάσει το αεροπλάνο. Έχω τελειώσει το βιβλίο μου αλλά το κρατάω για να μην με απασχολούν ρωτώντας με τι έχω και αν κολλάει.

Με έναν απότομο κρότο, διακόπτοντας την ροή των σκέψεων μου ο κυβερνήτης του αεροπλάνου βγαίνει από το πιλοτήριο και καρφώνει το βλέμμα του πάνω μου. Εγώ υποθέτω ότι είναι γιατί νομίζει ότι όλοι οι επιβάτες έχουν φύγει αλλά έχω άδικο.

«Αλεγκτζάντρα;» προφέρει σε σπαστά ελληνικά.

Είναι όμορφος, ψηλός, γεροδεμένος, ξανθομάλλης με αμυγδαλωτά κάστανα ματιά. Τα κορίτσια που τον σχολίαζαν θα πέθαιναν όταν τον έβλεπαν. Προσωπικά τα αστεία του τα βρήκα τόσο χαζά που με αφήνει παγερά αδιάφορη.

«Έγκω ειμάι Αλεγκτζάντρα, ο Φώταης άπο το λύκ-κείο», μου εξηγεί αφού διαπιστώνει ότι δεν τον έχω αναγνωρίσει. «Τίι κάνεϊς πώους εισάι;»

Για λίγα δευτερόλεπτα το στόμα μου μένει ανοιχτό. Πας καλά ρε βλαμμένο; Μεγάλωσες σε ένα μικρό κωλοχώρι και τα δύο χρόνια που ήσουν στην Θεσσαλονίκη μιλούσες με όλους τους ιδιωματισμούς που έλεγαν οι ογδοντάχρονοι στο χωριό σου και τώρα μου μιλάς σπαστά ελληνικά; Σπαστή να γίνει η μούρη σου. «Αχ, Φώτη δεν σε αναγνώρισα. Καλά είμαι εσύ;»

«Να κεσέραϊς, έντω στε… ακ πώους το λέγμε; Airline, you know, someστίγμαϊς κσεγνιάο λεγκτσέις», απαντάει και εγώ με το ζόρι κρατιέμαι να μην βάλω τα γέλια αφού τα αγγλικά του είναι χειρότερα ψευτοσπαστά ελληνικά του.

«Μένεις χρόνια στο εξωτερικό;»

«Two gears», λέει και αντί για years.

Πρέπει να έχω αναψοκοκκινίσει τόσο που συγκρατιέμαι να μην γελάσω. Και αυτός πρέπει να νομίζει ότι φλερτάρω μαζί του γιατί μου ζητά να βγούμε και τον αριθμό μου.

«Λυπάμαι Φωτάης αλλά δυστυχώς είμαι λίγο πιεσμένη στο ταξίδι αναψυχής μου. Κάποια άλλη φορά ίσως», λέω με λίγη παρηγορητική ειρωνεία, που δεν με ενδιαφέρει αν κατάλαβε ή όχι.

Σηκώνομαι, παίρνω την τσάντα μου και βγαίνω από το αεροπλάνο με συνοπτικές διαδικασίες. Θυμάμαι ακόμα και στο σχολείο ο Φώτης, πλέον Φώταης, είχε καλή τύχη με τα κορίτσια μόνο όταν δεν άνοιγε το στόμα του. Όχι τόσο λόγο της παλιάς του προφοράς αλλά κυρίως λόγω του περιεχόμενου των συζητήσεών του. Κάποια πράγματα μάλλον συνεχίζουν να μένουν ίδια όσα χρόνια και αν περάσουν.

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ
Πηγή Εικόνας: freepik