Η Μαρπησία ξεχώριζε τα υλικά, η Λαμπετώ κρατούσε σημειώσεις στο βιβλίο και η Άελλα καθάριζε την μεγάλη μεταλλική μπανιέρα από χώματα, φύλλα και νερά από βροχή. Δεν θα μπορούσε να την καθαρίσει πλήρως ακόμα και αν προσπαθούσε για ώρες. Η κάποτε λευκή μπογιά ,πλέον ήταν εμφανή μόνο σποραδικά, ενώ δύο μεγάλες επιφάνειες ήταν καλυμμένες από σκουριά.
Η Άελλα παραξενεύτηκε με το γεγονός ότι υπήρχε μία παρατημένη μπανιέρα έξω από την εξίσου παρατημένη καλύβα, αλλά δεν σχολίασε αυτό. «Είσαι σίγουρη ότι δεν θα πάθουμε τίποτα; Αν θες μπορώ να πάω σπίτι να φέρω καμία παλιά κατσαρόλα της μαμάς».
«Η Λαμπετώ και εγώ βρήκαμε ότι το δοχείο αυτό έχει καταπληκτική ενέργεια. Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά το φίλτρο. Πόσο μάλλον σε ένα τόσο συμβατικό δοχείο όσο στις κατσαρόλες που η κυρά-Τασία μουλιάζει ρεβίθια!» επίπληξε την μικρή αδελφή της. Είχε ήδη μετανιώσει που υπέπεσε στους εκβιασμούς της και ήταν αναγκασμένη να την νταντεύει. Την πείραζαν οι κοτσάνες που έλεγε, οι βλακείες που έκανε και κυρίως ότι όλα αυτά τα έκανε μπροστά φίλη της Λαμπετώ. «Εξάλλου μια γουλιά θα πιούμε. Τι μπορεί να πάθουμε;» συμπλήρωσε.
«Για αυτά που μπορεί να πάθουμε κάνουμε όλη την διαδικασία», την διόρθωσε η Λαμπετώ.
«Ναι το ξέρω, αλλά κατάλαβες τι εννοώ. Λίγη σκουριά δεν θα μας βλάψει», απάντησε όσο πιο κουλ μπορούσε, ενώ μέσα της έβραζε. Φοβόταν ότι η Λαμπετώ θα την παρατούσε.
Ήταν η πρώτη φορά που είχε κάνει κάποια φίλη από τότε που μετακόμισαν. Είχε συνηθίσει τις μεταθέσεις της μητέρας της αλλά η προηγούμενη χρονιά ήταν καταστροφική. Δεν είχε κάνει κανέναν φίλο και τα διαλλείματα τα περνούσε πάντα μόνη της. Περίμενε την καινούρια μετάθεση πως και πως, αλλά για πρώτη φορά δεν μετακόμισαν! Για αντίδραση αρνιόταν να βάλει κάτι άλλο πέρα από μαύρα ρούχα.
Όμως, για καλή της τύχη όχι μόνο ήρθε η Λαμπετώ στο σχολείο της αλλά την ήξερε κιόλας. Οι γονείς τους ήταν συνάδελφοι και είχαν γνωριστεί πριν τρία χρόνια σε μια τριήμερη εκδρομή.
Βέβαια, η παλιά Λαμπετώ λεγόταν Λαμπρινή, φορούσε χρωματιστά φορέματα ακόμα και στα κατσάβραχα, ενώ ήταν πάντα χαμογελαστή. Η καινούρια Λαμπρινή που αυτό-βαφτίστηκε Λαμπετώ φορούσε μόνο μαύρα, είχε ζωγραφισμένα με ανεξίτηλους διάφορα σχέδια σε χέρια-πόδια και ενδιαφερόταν πολύ για τον μυστικισμό. Έτσι όταν είδε την τώρα Μαρπησία, τότε Μαρία, στα μαύρα πίστεψε ότι πέρασαν και οι δύο την ίδια αλλαγή. Η Μαρπησία/Μαρία επειδή δεν ήθελε να χάσει την φιλία είπε ψέματα, ενώ η αλήθεια ήταν πως νόμιζε ότι μυστικισμός είναι όταν προσπαθείς να μάθεις τα μυστικά των γύρο σου.
Η Αννούλα από την άλλη, πλέον Άελλα, άρχισε να παρακολουθεί την αδελφή της όταν διαπίστωσε μικρές αλλαγές πάνω της. Ανακάλυψε ότι ερχόντουσαν στην παρατημένη καλύβα, στο τέλος ενός παράδρομου για τελετές και απείλησε την αδελφή της, ότι αν δεν την αφήσει να συμμετέχει θα την μαρτυρήσει.
Έτσι τα τρία κορίτσια είχαν καταλήξει να κάθονται σε αυτό το εγκαταλειμμένο μέρος.
«Εγώ είμαι έτοιμη», δήλωσε η Λαμπετώ και ελευθέρωσε τα μακριά μαλλιά της, από την χαμηλή κοτσίδα που τα είχε.
«Και εγώ μόλις τελείωσα», είπε η Μαρπησία που δεν ήταν απολύτως σίγουρη τι έπρεπε να κάνει.
«Εγώ δεν ξέρω αν τελείωσα. Αν θέλετε δείτε το και πείτε μου αν πρέπει να συνεχίσω», ομολόγησε η Άελλα. Ήταν η μόνη ειλικρινής με τον εαυτό της, αλλά και με τις άλλες κοπέλες εκείνη την στιγμή.
«Μια χαρά είναι Άελλα. Τώρα πάνε να βοηθήσεις την Μαρπησία να φέρει τα υλικά».
Υπό τις εντολές της φαινομενικά πιο έμπειρης, οι αδελφές ακολουθούσαν τα βήματα του φίλτρου και έριχναν ένα-ένα τα υλικά στην μπανιέρα, ενώ παράλληλα μουρμούριζαν ακαταλαβίστικα με ψαλμωδική φωνή.
«Ωραία, τώρα γδυθείτε», πρόσταξε η Λαμπετώ, ενώ με ατάραχο βλέμμα άρχισε και η ίδια να ξεντύνεται.
«Τι πράγμα; Εδώ στην μέση του πουθενά, που ο κάθε τρελός μπορεί να πεταχτεί από καμιά γωνία;» εναντιώθηκε η Άελλα.
«Φυσικά πρέπει να γδυθούμε. Έχεις ακούσει κάποια μάγισσα να γυρνά στα δάση και να κάνει ξόρκια ντυμένη;» την μάλωσε η Λαμπετώ, αλλά η Άελλα είχε ακούσει αρκετά.
«Νόμιζα ότι αράζετε και κάνετε κουλ πράγματα που τα άτομα της ηλικίας μου δεν τα ξέρουν. Όμως, μέχρι και τα πεντάχρονα γνωρίζουν ότι αυτά που κάνουμε εδώ δεν είναι μόνο βλακείες αλλά και επικίνδυνα! Πάω σπίτι!» φώναξε η μικρή και σηκώθηκε να φύγει.
«Μην την ακούς δεν καταλαβαίνει», δικαιολογήθηκε η αδελφή της.
«Και θα πω στην μαμά που πηγαίνεις και δεν μπορεί να σε βρει», είπε καθώς έφευγε.
«Μην τολμήσεις!»
«Μαρπησία πρέπει να δήξεις στην μητέρα σου την δύναμή σου και να μην την αφήνεις να σε κάνει ότι θέλει», την συμβούλεψε η Λαμπετώ που είχε μείνει με τα εσώρουχα.
«Και η δικιά σου μάνα θα τα μάθει Λαμπρινή!» φώναξε η Αννούλα και άρχισε να τρέχει, γιατί πλέον φοβόταν μην τα κορίτσια αρχίσουν να την κυνηγάν.
Κάτι που φυσικά και έγινε αλλά η απόσταση που είχαν αρχικά μεταξύ τους, ρούχα που έπρεπε να βάλουν, αλλά και τα πράγματα που ήταν διασκορπισμένα στον χώρο, τις καθυστέρησαν αρκετά. Όταν έφτασαν σπίτι των αδελφών, τις περίμεναν οι μητέρες τους, πλήρως ενημερωμένες με τις καινούργιες ασχολίες των κορών τους.
«Μαρία δεν έχεις τον Θεό σου! Κάθεσαι και τρέχεις σε εγκαταλελειμμένα, που δεν έχει σήμα και παίρνεις και την μικρή μαζί! Αν σας συνέβαινε κάτι τι θα γινόταν; Πως θα σας βρήσκαμε; Τα τσακάλια θα σας είχαν φάει πρώτα!» άρχισε η κυρά-Τασία το κήρυγμα.
«Καλά, Λαμπρινή, δεν ντρέπεσαι να παίρνεις αθώα κορίτσια και να τα τρέχεις δεξιά και αριστερά με τα ψέματά σου;» συνέχισε την κατσάδα η μητέρα της Λαμπρινής.
«Δεν είναι ψέματα! Και δεν ανάγκασα κανέναν να έρθει μαζί μου!» της φώναξε πίσω η Λαμπρινή.
«Πήρες τις παλιές συνταγές τις γιαγιάς και άρχισες να τις λες για μαντζούνια. Αν αυτό δεν είναι ψέματα τι είναι;»
«Είναι μαγικά και όχι συνταγές, η γιαγιά μου το είχε πει πριν πεθάνει!»
«Αν και η γιαγιά σου τα είχε χάσει λίγο πριν πεθάνει, είμαι σίγουρη ότι στο είπε με την μεταφορική έννοια Λαμπρινή».
«Κυρία Αλέκα, δεν μπορεί να είναι συνταγές γιατί το μόνο φαγώσιμο που βάζουμε είναι μυρωδικά, ενώ πολλές φορές βάζουμε και πράγματα που δεν τρώγονται όπως κερί», προσπάθησε να την υποστηρίξει η Μαρία.
«Βασικά διαφοροποιούμε λίγο τα υλικά. Γράφει κάποια υλικά που δεν βάζουμε και δεν γράφει κάποια που βάζουμε», μονολόγησε η Λαμπρινή. «Αλλά απλά προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα για αυτό! Φαντάζομαι ότι το φωτιά διακόσια σημάνει ότι πρέπει να βάλουμε διακόσες σταγόνες κεριών».
«Ή μπορεί να σημαίνει ότι το ψήνουμε στους διακόσους;» είπε η κυρία Αλέκα τρίβοντας το μέτωπό της.
«Περίμενε θες να μου πεις ότι το βιβλίο που δεν με αφήνεις να αγγίξω γράφει πράγματα όπως Κατσικάκι στον φούρνο, και επειδή η γιαγιά σου, σου είπε μια κοτσάνα καθόμουν και μετρούσα διακόσες σταγόνες και μετά τις ήπιαμε κιόλας;» της επιτέθηκε η Μαρία που είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η φίλη της δεν ήταν η τέλεια όσο νόμιζε.
«Μαρπησία δεν είναι αυτό που νομίζεις», προσπάθησε να εξηγήσει εκείνη.
«Μαρία με λένε! Και αν θες να συνεχίσουμε να κάνουμε παρέα καλύτερα να εξαφανίσεις αυτό το καταραμένο βιβλίο!» φώναξε εκείνη με όλη της την δύναμη και έτρεξε στο δωμάτιό της.
Τα δύο κορίτσια, αφού τιμωρήθηκαν από τους γονείς τους, συνέχισαν να κάνουν παρέα. Πλέον οι ασχολίες τους ήταν πιο συμβατικές με αυτές μίας έφηβης κοπέλας. Η Αννούλα γύρισε πίσω στις δικιές της φίλες. Αραιά και που περνούσε χρόνο με την αδελφή της, αλλά σχεδόν ποτέ με την Μαρία. Οι συνταγές της γιαγιάς επέστρεψαν στο ράφι της κουζίνας μαζί με τους τσελεμεντέδες και η Μαρία δεν το άγγιξε για τίποτα άλλο πέρα από γαστρονομικές συμβουλές.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Εφηβικές, Μεταφυσικές Πηγή Εικόνας: freepik
