Ο Μάρκος έκοβε τα μήλα και η Ξένια δίπλα του έφτιαχνε τους καφέδες.
«Αχ όχι τόσο χοντρά κομμάτια! Φρουτοσαλάτα είναι όχι πατάτες φούρνου. Γιατί δεν με αφήνεις να τα κάνω μόνη μου; Και πάνε να δεις λίγο τηλεόραση. Τόσα κανάλια με αθλητικά, τσάμπα τα πληρώνουμε;» τον μάλωσε η γυναίκα του.
«Δεν τα πληρώνουμε τσάμπα τα βλέπω. Και θα τα κόψω πιο μικρά μετά, εσύ κάνε τους καφέδες και άσε με εμένα», της απάντησε, ενώ δεν άφησε το βλέμμα του από τα μήλα.
«Έγιναν οι καφέδες τώρα τους σερβίρω. Άστα να τα κάνω εγώ και μην με παιδεύεις άνθρωπέ μου. Εσύ δεν ξεφλουδίζεις το μήλο, πετάς το μισό! Κρίμα είναι να πάει τόσο χαράμι».
«Καλά εσύ, δεν γκρινιάζεις συνέχεια ότι κανείς δεν σε βοηθάει και όλα μόνη σου τα κάνεις και έχεις κουραστεί και…»
«Έτσι μπάχαλο που έκανες την κουζίνα για να κόψεις δύο φρούτα να φας, με κουράζεις περισσότερο από το να σου κόψω εγώ τα φρούτα!» τον διέκοψε.
«Θα τα καθαρίσω εγώ, κάτσε στο καναπέ σου και βάλε τηλεόραση! Δεν ήμουν ο μόνος που ήθελε καλωδιακή. Βάλε να δεις τα έργα σου».
«Μάρκο δεν θα τα κάνεις καλά και μετά θα μου είναι διπλάσιος κόπος…»
«Ρε Ξένια άσε με να κόψω ένα μήλο με την ησυχία μου! Με έφαγες πια!» διέκοψε αυτός φωνάζοντας και χτυπώντας το μαχαιράκι στον πάγκο της κουζίνας.
«Καλά. Κάνε ότι σε φωτίσει ο θεός. Δεν ανακατεύομαι», είπε και έφυγε από την κουζίνα με έναν από τους δύο καφέδες στα χέρια.
Πρόλαβε να αφήσει τον καφέ στο τραπεζάκι του σαλονιού και να ακουμπήσει την πλάτη της στον καναπέ όταν άκουσε τις φωνές του άνδρα της.
Μπήκε ξανά στην κουζίνα και είδε τον, για τριάντα χρόνια, σύζυγό της να πιπιλά τον αντίχειρά του και να χτυπάει το πόδι του στο πάτωμα σαν μωρό.
«Είδες για να μην με ακούς;» του είπε
«Πολυξένη σταμάτα γιατί εσύ με γκαντέμιασες!» της ούρλιαξε ενώ δεν έβγαλε το δάχτυλο από το στόμα του. Ελάχιστες φορές την αποκαλούσε με το βαφτιστικό της. Συνήθως ήταν στιγμές που ήταν εξαιρετικά εκνευρισμένος.
«Πάρε το χέρι σου από εκεί! Στάζεις στην σαλάτα!» είπε ενώ το βλέμμα της έπεσε στην καινούρια της πετσέτα που είχε γίνει και αυτή μέσα στα αίματα.
«Θα τα πλύνουμε και θα φαγωθούν, λίγο αίμα είναι».
«Θα πλύνουμε και το γιαούρτι ή τα δημητριακά που έχει μέσα;»
«Εντάξει θα τα πετάξουμε όλα! Αμάν πια με τίποτα δεν είσαι ευχαριστημένη!»
Τότε εκείνη αντιλήφθηκε, ότι οι πιτζάμες του είχαν πάνω τους πολλές μικρές σταγόνες από αίμα. Η σκέψη ότι το άλλο ζευγάρι με τις πιτζάμες είναι στα άπλυτα και θα έπρεπε να τις πλύνει στο χέρι, για να έχει τουλάχιστον το βράδυ ένα καθαρό σετ, πέρασε από το μυαλό της Ξένιας. Πήρε μια βαθιά ανάσα στην προσπάθειά της να ηρεμίσει. «Άνοιξε την βρύση στο κρύο και βάλε το δάχτυλό σου από κάτω. Πρόσεχε μην τα κάνεις όλα λούτσα! Εγώ θα πάω να φέρω το φαρμακείο».
Λίγη ώρα μετά ο Μάρκος ήταν στο σαλόνι, με ένα τεράστιο όγκο από βαμβάκι και επίδεσμο να τυλίγει το δάχτυλό του, αφού ήθελε να το κάνει μόνος του. Η Ξένια δεν του εναντιώθηκε απλά του είπε να προσέχει να μην λερώσει και κάτι άλλο, ειδικά στο σαλόνι. Στο τραπεζάκι είχε τον καφέ του και ένα τοστ που του έφτιαξε η σύζυγός του.
Η Ξένια από την άλλη πέρασε το πρωινό της καθαρίζοντας ότι χάλασε ο άνδρας της. Στην λίστα αυτήν είχε προστεθεί και το χαλάκι του νεροχύτη, αφού εκεί έριξε ο Μάρκος το μπεταντίν. Πέταξε την σαλάτα, καθάρισε όσα σκεύη είχαν βγει έξω και συμμάζεψε την κουζίνα. Μετά πήρε την πετσέτα το χαλάκι και την πιτζάμα τον Μάρκου στο μπάνιο για να τα πλύνει. Ενδιάμεσα είχε αρκετές διακοπές από τον Μάρκο, δεν έφτανε το τηλεκοντόλ, χτυπούσε το σταθερό τηλέφωνο, χτυπούσε το δικό του κινητό που βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα και άλλα παρόμοια.
Μέχρι να τελειώσουν όλα η ώρα ήταν σχεδόν δύο και δεν είχε προλάβει να ξεκινήσει το φαγητό. Επειδή δεν θα προλάβαινε κάτι άλλο έκανε μακαρόνια με κιμά.
«Καλά δεν μου είχες τάξει ότι θα κάνεις γεμιστά σήμερα;» της είπε όταν είδε το φαγητό στο πιάτο του.
«Δεν πρόλαβα», του αποκρίθηκε εκείνη με ήρεμη φωνή.
«Μα το είχες υποσχεθεί», παραπονέθηκε.
«Δεν πρόλαβα είπα!» φώναξε αυτήν την φορά.
Ο Μάρκος κατάπιε την γλώσσα του και δεν ξαναμίλησε.
«Θα σου κάνω αύριο γεμιστά»
«Δεν χρειάζεται»
«Έτσι και αλλιώς πρέπει αλλιώς θα χαλάσουν οι πιπεριές».
Το απόγευμα η κόρη τους πέρασε για επίσκεψη. Μέχρι τότε η Ξένια είχε πείσει τον Μάρκο να του φτιάξει το δάχτυλο, για να μην ανησυχήσουν το παιδί τους. Για καλή τύχη είχε και καλό καιρό, πράγμα που έκανε τις πιτζάμες να έχουν στεγνώσει. Έτσι η Ελπίδα δεν είδε ούτε αίματα ούτε χαμό. Το μόνο που είδε ήταν τον αντίχειρα του πατέρα του τυλιγμένο με χαζαπλάστ.
«Ελπίδα μου εσύ πότε θα μας έρθεις με κανένα παιδί να σε χαρώ;»
«Όταν τα είχα με τον Στέλιο δεν σου άρεσε να έρχομαι εδώ με αυτόν».
«Ποιον Στέλιο βρε κούκλα μου, εγώ θέλω να μας φέρεις ένα σοβαρό παιδί. Που να μας προορίζει για γάμο. Ήξερες εσύ ότι ο Κωστάκης της Ματίνας είναι γιατρός;»
«Φοιτητής κτηνιατρικής είναι μαμά και δεν νομίζω ότι θα τελειώσει ποτέ την σχολή. Πέντε χρόνια δε με περνάει;»
«Σιγά καλέ την διαφορά ηλικίας».
«Δεν με πειράζει η διαφορά ηλικίας. Το ότι αν είχα σχέση με τον Κωστάκη θα έπρεπε να θρέφω έναν τριαντάχρονο αιώνιο φοιτητή με πειράζει».
«Εγώ στην ηλικία σου ήμουν παντρεμένη. Τα χρόνια περνάνε Ελπίδα μου. Πότε θα γνωρίσεις τον σύντροφό σου, πότε θα τον παντρευτείς, πότε θα μας κάνετε κανένα εγγονάκι».
«Αχ μαμά αν είναι να αρχίσεις πάλι τα ίδια, καλύτερα βάλε μου τα γεμιστά να φύγω».
«Μόνο για τα γεμιστά ήρθες εσύ; Έπρεπε να το καταλάβω. Συμφεροντολόγα σαν τον πατέρα σου είσαι! Σήκω φύγε! Δεν πρόλαβα να κάνω γεμιστά σήμερα».
«Καλά τι έκανες από το πρωί και δεν πρόλαβες;»
«Ντάντευα τον πατέρα σου. Αυτό έκανα».
«Και μετά μου λες να παντρευτώ;»
«Μην αλλάζεις θέμα! Εσύ δεν θα βρεις κάποιον αχαΐρευτο μπουνταλά, σαν τον πατέρα σου. Θα βρεις ένα καλό προκομμένο παιδί».
«Σαν τον Κωστάκη;»
Η φράση αυτή έκανε την Ξένια να γελάσει δυνατά. Είχε καιρό να γελάσει έτσι. Φαντάστηκε τον Κωστάκη και τον Μάρκο καθισμένους στον καναπέ της με επιδέσμους στα χέρια για μικρά κοψίματα. Πάλι καλά που το κορίτσι μου είναι έξυπνο, σκέφτηκε ενώ γελούσανε παρέα.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ Πηγή Εικόνας: freepik
