Όταν πρώτο-ήρθαν οι άνθρωποι στο νησί ζούσε ακόμα ένας γέρικος δράκος. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο ψηλός που νόμιζες ότι όταν τεντώνεται θα φτάσει τον ήλιο. Έμοιαζε με τεράστιο φίδι με δέρμα, σκληρό σαν βράχο. Τα μάτια του ήταν θολά και τα μουστάκια του είχαν γίνει γκρίζα από τα χρόνια, αλλά παρέμενε περήφανος στον βράχο του να αγναντεύει το πέλαγος.
Ο αρχηγός τον ρώτησε πως θα μπορούσαν να συνυπάρξουν στο νησί. Αυτός είπε ότι απλά θέλει έναν του στείλουν είδους του να τον εξετάσει.
Πρώτος – πρώτος ο πιο ισχυρός και θαρραλέος μαχητής παρακάλεσε τον αρχηγό να τον στείλει να σκοτώσει τον δράκο. Ο αρχηγός έστειλε τον μαχητή με την πανοπλία, το κράνος, την ασπίδα, τα σπαθιά του και με την ελπίδα ότι κάνει το καλύτερο για το χωριό.
Όταν ο μαχητής έφτασε στην κορυφή, τον άκουσε ο δράκος. Η πανοπλία του δεν ήταν καθόλου αθόρυβη. Ακούγονταν τα μέταλλα να χτυπιούνται μεταξύ τους. Ο γερόδρακος τον έπιασε και τον έκανε σκόνη στο λεπτό. Ήξερε ότι ο μαχητής δεν ερχόταν καλοπροαίρετα.
Θύμωσε πολύ με τους ανθρώπους και την κακόβουλη φύση τους. Για να τους τιμωρήσει, έριξε την τεράστιά του ουρά πάνω στο ποτάμι του νησιού έτσι το νερό να μην πηγαίνει στο χωριό τους. Φώναξε στο αρχηγό ότι αν θέλει πόλεμο θα τον έχει.
Ο αρχηγός τρομοκρατημένος από τα λόγια του δράκοντα, μάζεψε όλους τους μαχητές, του χωριού. Τους έδωσε τα όπλα τους και τους έστειλε να πολεμήσουν τον εχθρό. Αυτήν την φορά όμως, τους έστειλε να επιτεθούν την νύχτα, για να πιάσουν τον δράκοντα στον ύπνο.
Τα ξημέρωμα άκουσαν πάλι τον δράκοντα να γρυλίζει ότι αν θέλουν πόλεμο θα τον έχει. Και έριξε την ουρά του πάνω στα δέντρα κάνοντας το μισό δάσος σκόνη.
Την επόμενη μέρα, ο γιος του αρχηγού μάζεψε όσο κουράγιο είχε και μυστικά από την οικογένειά του, ξεκίνησε για να πάει στον γερόδρακο.
Του πήρε ολόκληρο το ξημέρωμα να φτάσει στην κορυφή του βουνού. Έτσι το παλικάρι, λίγο πριν φτάσει στην σπηλιά του δράκου τον ρώτησε «Δράκε μεγάλε και σοφέ, μπορώ να μπω μες την σπηλιά σου;»
Ο δράκος εντυπωσιάστηκε με τους τρόπους του νεαρού και του είπε «έμπα, αλλά ότι όπλα έχεις να τα αφήσεις στο κατώφλι. Εγώ στο σπίτι μου φονικά δεν θέλω».
Το παλικάρι μπήκε μέσα στην σπηλιά αμέσως. Δεν είχε όπλα μαζί του για να αφήσει, και απάντησε «καλέ μου δράκοντα, είμαι άοπλος, δεν ήθελα να σου κάνω κακό. Απλά να σου μιλήσω».
«Την ξέρω την φάρα σου, δεν είστε εσείς τέτοιοι», του γρύλισε.
«Τι θες να σου κάνω για να με πιστέψεις;» ρώτησε το παλικάρι.
«Άσε με να το σκεφτώ. Φύγε και έλα σε μια εβδομάδα», ξεφύσηξε ο δράκοντας.
Ο νεαρός κατέβηκε το βουνό και γύρισε κρυφά στο χωριό του. Την άλλη εβδομάδα ανέβηκε πάλι στο βουνό και ο γέρικος δράκος του είπε τα ίδια. Το ίδιο έγινε και την μεθεπόμενη εβδομάδα, αλλά και την παραμεθεπόμενη. Την έβδομη εβδομάδα, ο δράκος του είπε να έρθει σε έναν μήνα. Μετά από εφτά μήνες ο δράκος του είπε να έρθει σε έναν χρόνο.
Ο νεαρός ερχόταν κάθε χρόνο στην σπηλιά μέχρι τα βαθιά του γεράματα του δράκου. Μέχρι να μην μπορεί να ανοίξει τα μάτια του. Μέχρι η φωνή του να γίνει ψηλή και σιγανή όπως το αεράκι. Μέχρι το σώμα του να γίνει ένα με τις πέτρες της σπηλιάς του.
Έτσι το χωριό και ο δράκος έζησε ειρηνικά χρόνια.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Παραμύθια, Μεταφυσικές Πηγή Εικόνας: freepik
