Menu
Μεταφυσικές / Όλες οι ιστορίες / Περιπέτειας

Κούκλα μου! Μέρος Πρώτο

Τα μάτια μου είναι δεμένα εδώ και αρκετή ώρα. Το σφικτό βρώμικο πανί αφήνει μια αίσθηση λαδίλας στο δέρμα. Τα δεμένα χέρια μου, αγγίζουν κάτι που μοιάζει με τσόχα, αλλά τα χνούδια εδώ είναι πιο χοντρά, μεγάλα και αφράτα.

Με δυσκολία ακούω κάτι πέρα από το δυνατό βουβουνιτό, ο ήχος φαίνεται να έρχεται από κάτω μου. Προσπαθώ να ακούσω καλύτερα κάποιον δεύτερο ήχο, αλλά μάταια, έτσι κι αλλιώς η ακοή μου δεν είναι όπως ήτανε.

Είμαι πάντως ξαπλωμένος κάπου ζεστά, χωρίς κλιματισμό, κάτι που είναι περίεργο για Αύγουστο μήνα.

Το μέρος μυρίζει κλεισούρα, αλλά όχι μούχλα.

Αρχίζω να κουνάω τα δεμένα μου χέρια πάνω κάτω στην αγκράφα της ζώνης μου. Αν και αστόχησα πολλές φορές, το σχοινί έχει αδυνατήσει αρκετά για να μπορέσω, με μερικά τραβήγματα, να με ελευθερωθώ.

Με τα χέρια μου πλέον λυμένα βγάζω το μαντίλι αλλά… δεν μπορώ να δω τίποτα παραπάνω από πριν. Το σκοτάδι έχει καλύψει εντελώς τον μικρό χώρο που βρίσκομαι.

Γεμάτος απελπισία Θυμάμαι την αρχή αυτής της περιπέτειας, που ήταν στο γάμο του ανιψιού μου του Σταύρου. Μετά από τόση ταλαιπωρία δεν μου φαίνεται σαν χθες, ενώ ήταν χθες, χθες το βράδυ για την ακρίβεια.

 

Το γλέντι του Σταύρου και της Σταυρούλας, είχε ανάψει για τα καλά, αλλά εγώ δεν έδινα σημασία στο αλλόκοτο, αυτό, ζευγάρι. Από την μία ο Σταύρος με παρουσιαστικό μοντέλου και από οικογένεια με καλό πορτοφόλι, από την άλλη η Σταυρούλα, η ανιψιά της γυναίκας μου, που επειδή την αγαπούσε σαν να ήταν δικό μας παιδί, καλύτερα να μην περιγράψω την εξωτερική της εμφάνιση.

Καθόμουν σε μια απόμερη γωνία με παρέα ένα μπουκάλι ουίσκι, σκηνικό που δεν διαφέρει πολύ, από τα υπόλοιπά μου βραδιά. Εγώ με ουίσκι και δίπλα μου ένα απείρακτο φλιτζάνι με καφέ. Έχει σχεδόν εφτά μήνες, από τότε που στο χέρι μου δεν κρατούσα αλκοόλ ή τράπουλα, και το φλιτζάνι δίπλα μου δεν ήταν απείρακτο.

«Σοβαρά τώρα; Εσένα σου έλεγε μόνο τον καφέ;» άκουσα μια φωνή από την άλλη μεριά της κολώνας και κρύφτηκα λίγο καλύτερα στις σκιές.

«Ναι, αλλά τώρα που την ανέφερες, μήπως είδες τον Πέτρο; Θέλω να τον συλλυπηθώ για τον θάνατό της. Με τα ταξίδια του άνδρα μου δεν τον έχω δει τόσο καιρό», αποκρίθηκε η δεύτερη φωνή.

«Κάπου θα μπεκροπίνει. Δες κοντά στο μπαρ, αν τον θες τόσο πολύ», της απάντησε, απροκάλυπτα επιθετικά.

«Τον έχει πάρει τόσο από κάτω ο θάνατος τις Αγαθούλας μας;»

«Αν εννοείς ότι η Αγαθή, δεν άντεξε άλλο τον αχαΐρευτο, χαρτόμουτρο, χρεωμένο ως τον λαιμό άνδρα της, και πέθανε από την στεναχώρια της. Ναι, αυτό έγινε».

«Τι εννοείς;»

«Αυτό που σου λέω. Ούτε η τέχνη της δεν μπόρεσε να τον αλλάξει. Είναι τυχαίο που, αυτή η άγια γυναίκα, πέθανε τόσο ξαφνικά;»

«Μπορεί να μην άντεξε να είναι μακριά από τον διάβολο», μουρμούρισε χαμηλόφωνα η άλλη, αλλά η συζήτηση διακόπηκε απότομα από την αναστατωμένη φωνή του πατέρα της νύφης. «Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω;» ρώτησε τους δύο μαυροφορεμένους φουσκοτούς, που μπήκαν στην αίθουσα απρόσκλητοι. Αυτοί δεν του έδωσαν σημασία και συνέχιζαν να περιεργάζονται τους καλεσμένους.

Η συμπεριφορά τους έκανε τους συμπέθερους έξω φρενών και σχεδόν άρχισε καυγάς. Εκμεταλλευόμενος την αναμπουμπούλα, έφυγα ανενόχλητος. Δεν θα έβρισκα άλλη ευκαιρία να το σκάσω, χωρίς να αρχίσουν τις χαιρετούρες και τα συλλυπητήρια. Αν και θα ήθελα να μάθω τι εννοούσε εκείνη η γυναίκα για τον διάβολο και την Αγνούλα, ήμουν ντίρλα.

Την άλλη μέρα νόμιζα ότι θα ξυπνήσω στο ίδιο αχούρι, που ξυπνούσα πάντα, με τα ρούχα να κάνουν παράταξη σε κάθε λογής έπιπλα και με τα μπουκάλια να παρατάσσονταν στον πάγκο της κουζίνας, στο τραπέζι του σαλονιού και άλλα σημεία του σπιτιού, αλλά όλα ήταν στην εντέλεια. «Μάλλον η κυρά Σούλα από δίπλα με λυπήθηκε και θα ήρθε να καθαρίσει», αναλογίστηκα αφού θυμόμουν ότι της είχαμε δώσει κλειδί για ώρα ανάγκης. Χθες, μετά από το γλέντι, δεν μπόρεσα καν να παρατηρήσω, ότι ο χώρος ήταν συμμαζεμένος.

Καθώς σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να ευχαριστήσω ή να βρίσω την Κυρά Σούλα, και έπαιρνα την τελευταία στροφή για το καφενείο μου, είδα τους ίδιους φουσκοτούς από χθες, να το περιμένουν απ’ έξω. Τρομαγμένος κρύφτηκα στην γωνία και ευχήθηκα να μην με έχουν δει. Άρχισα να ιδρώνω. Τα χέρια μου σχεδόν έτρεμαν. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο και προσπάθησα να ηρεμήσω. «Δεν με είδαν. Δεν με είδαν. Δεν με είδαν», επαναλάμβανα, ξανά και ξανά και ξανά, στο κεφάλι μου.

Πήρα δύο βαθιές ανάσες, ενώ σιγά-σιγά και προσεκτικά, πήγα ως το σπίτι. Στην αρχή περπατούσα και ακουμπούσα στον τοίχο για στήριγμα, ενώ μου πήρε ώρα για να μπορέσω να περπατήσω κάπως πιο φυσικά. Δεν ήθελα να τραβήξω και υποψίες, αν και ήμουν απλά τυχερός που δεν πέρασε κανένας από μπροστά μου γιατί θα φώναζε ασθενοφόρο και όλη η γειτονιά, μαζί με τους φουσκοτους, θα μαζευόταν γύρο μου – μπορεί να έπαθα και κανένα καρδιακό εκείνη την στιγμή, δεν ξέρω καν τα συμπτώματα, αλλά ένα μουδιασματάκι το ένιωθα.

Έφτασα σπίτι, ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι μου, και οργάνωσα το πλάνο μου. Δεν θα πέθαινα για πέντε, δέκα – ή καλύτερα δέκα εφτά – ψωροδεκάρες. Μάζεψα πιστωτικές και όλα τα χρήματα που μπόρεσα να βρω στο σπίτι. Μαζί θα μπορούσα να δώσω αρκετά, στον Μπάμπη τον τοκογλύφο, ώστε να με αφήσει ήσυχο για λίγο. Δεν χρωστούσα και καμιά περιουσία, μόνο δέκα εφτά ψωροχιλιάρικα, που μπορεί να ακούγονται πολλά – και είναι το μεγαλύτερο χρέος που έχω δημιουργήσει στην ζωή μου – αλλά έχω περάσει και από μεγαλύτερες φουρτούνες.

 

 

Η συνέχεια στο Μέρος 2
Πηγή Εικόνας: freepik