«Το κέρατό μου το τράγιο».
«Σας παρακαλώ κύριε Δρουγουνάκη. Παραφέρεστε», τον επέπληξα, προσπαθώντας να τον ηρεμήσω.
Ο κύριος Δρουγουνάκης ήταν ένας άτυχος άνδρας που η γυναίκα του και τον κεράτωσε και έβαλε ως δικηγόρο του τον Παπαζήση. Έναν αδίστακτο, γοητευτικό και ταλαντούχο άνδρα, που πάντα κέρδιζε τις υποθέσεις του ανεξαρτήτως αποδεικτικών στοιχείων αντίπαλης πλευράς. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί μένει απλά στα διαζύγια και δεν παίρνει πιο σοβαρές – και κερδοφόρες – υποθέσεις. Η απάντηση όμως, είναι απλή, εκεί δεν έχει ζωντοχήρες.
«Θέλω να νιώσω το παλούκι σου μέσα μου, μωρό μου…»
«Κύριε Παπαζήση…», διέκοψα τις αισχρολογίες της σύντομα πρώην κυρίας Δρουγουνάκη ανοίγοντας την πόρτα και βρίσκοντάς την με το δάχτυλο στο στόμα.
«Πέρασε Δάφνη», αποκρίθηκε ατάραχος σε εμένα, ενώ εκείνη έψαχνε πέτρα να κρυφτεί από τη ντροπή.
«Ο κύριος Δρουγουνάκης πήρε τηλέφωνο και επιθυμούσε μία πιο συναινετική απάντηση ως προς τον κληρονομικό διαχωρισμό», παράφρασα τα λόγια και τα μπινελίκια που άκουσα στο τηλέφωνο.
«Θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, κάτι άλλο;»
«Ναι. Εδώ έχω τα έγραφα για τις υποθέσεις Γκαρμίρη και Τζιαφέρη», είπα φεύγοντας, αφήνοντας τους μπορντό φακέλους στο γραφείο του.
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα τι θα τραβήξω. Ψηλός, γυμνασμένος, καστανόξανθος, με γαλάζια μικρά μάτια και μεγάλα χέρια. Τα μαλλιά του έφταναν μέχρι τους ώμους του, γι’ αυτό συχνά τον πείραζα φωνάζοντάς τον ραπουζέλ, μόνο και μόνο για να αποβάλω λίγη από την τοξική του αρρενωπότητα. Είχα πολύ μεγάλη ανάγκη τα λεφτά, αφού οι γονείς μου δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν στις σπουδές μου, οπότε χρειαζόμουν μία καλή δουλειά. Η μάνα μου βρήκε την θέση γραμματέας μέσα από γνωστούς και παρακάλια.
Λίγη ώρα μετά είδα την κυρία Δρουγουνάκη – ακόμα δεν βγήκε το διαζύγιο – να ξεπροβάλει από την πόρτα του γραφείου. Ήρθε μπροστά μου, ακούμπησε την ψάθινη τσάντα της στο γραφείο μου και έγειρε το καλογραμμισμένο σώμα της μπροστά για να μου μιλήσει, «και άλλη φορά να χτυπάς χρυσό μου».
«Εγώ χτύπησα κυρία Δρουγουνάκη. Μάλλον εσείς δεν με ακούσατε», της απάντησα χωρίς να σταματήσω την δαχτυλογράφηση.
«Χμ!» έκανε και έφυγε με ξινισμένη μούρη.
Δεν πίνεις μια νταμιτζάνα ξίδι, μωρή ξενέρωτη!
«Δαφνίδιο, έλα που σε θέλω», φώναξε χαριτολογώντας ο Παπαζήσης λίγο αργότερα.
«Πείτε μου κύριε Παπαζήση».
«Πόσες φορές πρέπει να σου πω να με φωνάζεις Γιώργο. Για όνομα του Θεού είμαι μόλις πέντε χρόνια μεγαλύτερός σου. Ή θα με φωνάζεις με το επίθετό μου ή θα με λες ραπουνζέλ. Καμία ενδιάμεση ρύθμιση δεν έχεις;»
«Θα προσπαθήσω να το εντάξω στην ομιλία μου».
«Πάλι με τις επισημότητες… Θα βάλεις μυαλό ή θα σου πετάξω κανένα μπουκάλι στο κεφάλι;» με πείραξε, και έκανε να πιάσει το πλαστικό μπουκαλάκι πάνω στο γραφείο.
«Θα προσπαθήσω πιο πολύ… Γιώργο;»
«Βελτιώνεσαι γρήγορα, γι’ αυτό μου είσαι τόσο πολύτιμη».
Προσπάθησα να κρύψω την απορία μου και χαμογέλασα ευγενικά. Δεν δέχομαι εύκολα κομπλιμέντα. Συχνά είμαι τόσο καχύποπτη ώστε να κάνω την άλλη μεριά να μην θέλει να μου ξαναμιλήσει. Σε αυτήν όμως την περίπτωση η άλλη πλευρά ήταν ο εργοδότης μου, οπότε κράτησα τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ Πηγή Εικόνας: freepik
