Menu
Αισθηματικές / Μυστηρίου / Όλες οι ιστορίες

Οι εραστές, Μέρος Πρώτο

Ήμασταν αγκαλιασμένοι για τρεις μέρες περίπου. Ο ήλιος σιγά-σιγά υποχωρούσε. Ανάμεσα από τα στόρια, μισό φαίνονταν το ηλιοβασίλεμα. Εκείνη την στιγμή ένοιωθα την γαλήνη.

Σε κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου ώσπου οι αστυνομικοί μπούκαραν στο σπίτι και μας χώρισαν. Πάλευα να μείνω κοντά σου αλλά με τραβούσαν με πολύ δύναμη. Σου ζητάω συγνώμη που σε άφησα αλλά πραγματικά δεν το ήθελα. Ξέρω ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία. Έπρεπε να παλέψω πιο πολύ. Έπρεπε να επιμείνω.

Από έξω ακούγονταν οι φωνές τις γειτόνισσας. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε αλλά είμαι σίγουρη ότι φώναζε πάρα πολύ. Σε κάποια στιγμή την άκουσα να ρωτάει «τι είναι αυτή η μυρωδιά;» με σχεδόν τσιριχτή φωνή. Και μετά άρχισε να ουρλιάζει.

Ένας από τους αστυνομικούς με το που μας είδε βγήκε έξω τρέχοντας. Η παράξενη γκριμάτσα του, μου θύμισε την μικρή σου ανιψιά όταν προσπαθούσες να την ταΐσεις λαχανικά. Αλλά υποθέτω ότι έκανα λάθος και ο αστυνομικός απλά δεν μπορούσε να καταλάβει την αγάπη μας και να αντέξει όλο αυτό το πάθος.

Οι επόμενες ώρες ήταν θολές. Αλλά θυμάμαι διάφορους ανθρώπους να προσπαθούν να μου μιλήσουν και να μου ρωτάνε πράγματα. Όμως, εγώ, δεν άκουγα απλά σε αναζητούσα. Φώναζα το όνομά σου και ρωτούσα πότε θα μπορούσα να σε ξανά αγκαλιάσω. Κάθε φορά που το έλεγα αυτό όλοι γύρω μου με κοιτούσαν περίεργα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο. Κανείς δεν απαντούσε στο ερώτημά μου.

Άξαφνα βρέθηκα σε ένα περίεργο μέρος. Νομίζω ότι ήταν ένα φωτεινό μέρος. Πρέπει να ήταν ένα φωτεινό μέρος. Δεν ήμουν σίγουρη το πώς αλλά ούτε και το γιατί. Λίγο αργότερα κατάλαβα ότι πρέπει να ήμουν σε ένα νοσοκομείο.

Με είχαν δεμένη για να μην μπορώ να φύγω. Φώναζα και προσπαθούσα να ελευθερωθώ αλλά μάταια. Οτιδήποτε κοφτερό το είχαν απομακρύνει πολύ από το κρεβάτι και όσες προσπάθειες κι αν έκανα δεν μπορούσα να τα φτάσω.

Έτσι άρχισα να φωνάζω και πάλι. Σε μία στιγμή ένιωσα την φωνή μου να με εγκαταλείπει αλλά ήταν για πολύ λίγο, αφού μέσα σε δευτερόλεπτα μπόρεσα να την ανακτήσω. Σε λιγότερο από ένα λεπτό από τότε που άρχισα να φωνάζω μία νοσοκόμα μπήκε μέσα με μία βελόνα. Δεν μπορούσα να κάνω πολλά για να την ανατρέψω. Με κάρφωσε με το κεντρί της λες και ήταν σφήγκα. Τότε τα πράγματα δυσκόλεψαν. Τα βλέφαρά μου έγιναν πιο βαριά και η φωνή μου δεν μπορούσε να ακουστεί. Ο χώρος γύρο μου σκοτείνιασε.

Τα μάτια μου άνοιξαν και μπροστά μου είδα τον γιατρό να μιλάει με έναν αστυνομικό. Αλλά και πάλι δεν μπορούσα να τους ακούσω αφού οι άλλες φωνές υπερίσχυαν.

Προσπάθησα να κουνηθώ αλλά δεν μπορούσα. Κάτι συνέβαινε στο σώμα μου δεν ήμουν σίγουρη, ώσπου να κατεβάσω το βλέμμα μου. Ξαφνικά είδα ένα περίεργο ρούχο πάνω μου. Δεν ήταν δικό μου. Τα δικά μου ρούχα είχαν πάνω τους το δικό σου αίμα ακόμα. Επίσης εγώ δεν έχω κανένα ρούχο στο οποίο τα χέρια να δένουν στην πλάτη. Ήταν πολύ άβολο. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί κάποιος θα έφτιαχνε κάτι τέτοιο! Κατ’ αρχήν εμπόδιζε κάθε κίνηση που προσπαθούσα να κάνω.

Προσπάθησα να ελευθερωθώ κουνώντας όλο μου το σώμα. Αλλά μάταιη η προσπάθεια. Οι κινήσεις μου καθώς και η φασαρία που προκάλεσα έκανε τον γιατρό και τον αστυνομικό να σταματήσουν την συζήτηση και να με πιάσουν εμποδίζοντας της κινήσεις του σώματός μου. Έτσι και εγώ άρχισα να χτυπάω επίμονα τα πόδια μου στο έδαφος. Αλλά αυτό προκάλεσε μόνο μεγαλύτερη αναστάτωση αφού νοσοκόμοι άρχισαν να μπαίνουν στο δωμάτιο. Με κρατούσαν εφτά άτομα.

Εκείνη την ώρα ο γιατρός με άφησε και έτρεξε σε ένα ντουλαπάκι που υπήρχε στην γωνία του δωματίου. Πήρε μία ένεση, σαν αυτήν που είχε πάρει και η άλλη κοπέλα πιο πριν, και την έμπηξε μέσα στο χέρι μου. Η αντίδρασή μου ήταν ίδια με αυτήν της προηγούμενης φοράς.

Όταν ξύπνησα ένας αστυνομικός καθόταν ήρεμος δίπλα μου. Όταν με είδε ότι ξύπνησα μου μίλησε και για έναν περίεργο λόγο οι φωνές είχαν σταματήσει και το μόνο που άκουγα ήταν η φωνή του. Για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα να ξέρω πως το έκανε αυτό αλλά πρώτα θα έπρεπε να μάθω που είσαι για να σε αγκαλιάσω και πάλι.

Αλλά αυτός με ρώτησε πρώτος. Με ρώτησε «γιατί;». Δεν κατάλαβα την ερώτηση και αυτό του είπα. Με ρώτησε «γιατί σε κρατούσα αγκαλιά και γιατί σε αναζητάω». Του απάντησα γιατί σε αγαπάω. Μου είπε ότι στην κατάστασή σου δεν θα έπρεπε να σε αγκαλιάζω. Αλλά εγώ αποκρίθηκα ότι μπορεί τις τελευταίες μέρες να μην φαινόσουν και τόσο ωραίος αλλά κανονικά ήσουν πανέμορφος. Εντάξει είχες αφήσει αρκετά τον εαυτό σου αλλά δεν με πείραζε.

Ο αστυνομικός με κοίταζε συνεχεία με απορία, που προσπαθούσε να την κρύψει, αλλά εγώ την καταλάβαινα. Παρ’ όλα αυτά δεν κατά λάβαινα γιατί με κοιτούσε έτσι. Ήταν λες και έλεγα κάτι παράξενο. Όταν αγαπάς κάποιον τον αγαπάς και όταν είναι όμορφος αλλά και όταν δεν δείχνει.

Μετά με ρώτησε τι είχε γίνει πριν. Πριν σε κρατήσω στα χέρια μου. Πριν πέντε μέρες. Του είπα για τον καυγά μας. Του είπα ότι προσπαθούσες να φύγεις και εγώ απλά σε έκανα να μείνεις. Του είπα ότι με αγαπούσες. Ότι δεν καταλάβαινα τον λόγο που ήθελες να φύγεις.

Ήμασταν μαζί έναν μήνα και δέκα εννέα μέρες. Δεν μπορούσα να σε αφήσω να φύγεις και για αυτό το έκανα. Ξέρω ότι θα με καταλάβαινες. Ξέρω ότι θα με συγχωρούσες. Ξέρω ότι με αγαπάς.

Όταν προσπαθούσες να φύγεις είχες ένα περίεργο ύφος. Απλά ήθελα να σε κρατήσω κοντά μου. Δεν ήθελα να σου κάνω κακό. Όταν σταμάτησες να φωνάζεις έκατσα δίπλα σου και σε αγκάλιασα.

Ο αστυνομικός με κοιτούσε περίεργα. Το βλέμμα του είχε φόβο, λύπη και απέχθεια. Ήταν εντυπωσιακή αυτή η σύνθεση. Με ρώτησε και άλλα πράγματα αλλά είχα σταματήσει να τον ακούω. Απλά σε αναζητούσα, φωνάζοντας το όνομά σου. Δεν μου απαντούσε ούτε στο που ήσουν ούτε στο πότε θα έρθεις. Δεν με άφηνε να σε δω.

Μετά από λίγα λεπτά βγήκε έξω και φώναξε την νοσοκόμα. Μου έκανε την μοιραία ένεση. Ήμουν ακόμα δεμένη και δεν μπορούσα να κάνω πολλά για να την αποτρέψω. Τα βλέφαρά μου έγιναν πιο βαριά για άλλη μία φορά.

 

 

Η συνέχεια στο την επόμενη εβδομάδα στο Μέρος 2

Πηγή Εικόνας: freepik