Όταν ξύπνησα ήμουν σε έναν άλλο χώρο. Ήταν πολύ φωτεινός και μαλακός. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με κάτι σαν μαξιλάρια. Και παντού επικροτούσε το λευκό χρώμα. Ακόμα και πάνω μου. Όλα μου τα ρούχα ήταν λευκά. Όλος ο χώρος ήταν λευκός.
Οι φωνές δεν ακουγόντουσαν. Δεν ξέρω το πώς και το γιατί. Δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο. Δεν μου έλειπαν. Εσύ μου έλειπες.
Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα κάτι τεράστια φώτα και κάτι σαν καθρέφτη, ψηλά. Δεν ήμουν σίγουρη για το πώς θα τον έφτανα αλλά ήξερα ότι ήταν η μόνη μου διέξοδος.
Αν κατάφερνα να τον σπάσω με τα κοφτερά τους κομμάτια θα έκοβα τα δεσμά μου και μετά έσκιζα να μαξιλάρια. Για το μετά δεν ήμουν σίγουρη αλλά έπρεπε να βρω μία λύση και αυτή ήταν η μόνη μου διέξοδος.
Ο καθρέφτης ήταν τοποθετημένος πολύ ψηλά στον τοίχο.
Σηκώθηκα με δυσκολία. Το να περπατήσεις σε ένα τέτοιο έδαφος ήταν πολύ δύσκολο. Άρχισα να χοροπηδάω κάτω από τον καθρέφτη αλλά μάταια. Δεν μπορούσα να τον φτάσω ούτε στο ελάχιστο.
Όταν ξαφνικά άνοιξε μία πόρτα από το πουθενά και τρεις άνδρες ντυμένοι και αυτοί στα λευκά μπήκαν από εκεί. Η πόρτα έκλεισε γρήγορα πίσω τους. Τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσα ούτε να κουνηθώ.
Ο ένας τους μου έπιασε το σώμα μου, ο άλλος τα πόδια και ο τρίτος κρατούσε μία ένεση στα χέρια του. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν καλό αλλά δεν μπορούσα να κάνω πολλά.
Για έναν περίεργο λόγο όμως η ένεση δεν μου προκάλεσε υπνηλία. Αλλά περιόρισε και άλλο τις κινήσεις μου. Πλέον δεν μπορούσα ούτε να περπατήσω. Οι άνδρες που με κρατούσαν με άφησαν κάτω με την πλάτη μου να ακουμπάει στον τοίχο. Μία γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν και αυτή ντυμένη στα λευκά.
Κάθισε στο πάτωμα και άρχισε να μου μιλάει. Στην αρχή μου συστήθηκε. Δεν θυμάμαι το όνομά της αλλά θυμάμαι ότι ήταν γιατρός. Στην συνέχεια μου είπε ότι ήμουνα σε ένα νοσοκομείο ειδικό για την κατάστασή μου και ότι όταν γινόμουν καλά θα μπορούσα να φύγω.
Μετά με ρωτούσε διάφορα πράγματα. Εγώ δεν τις απαντούσα. Τότε με ενημέρωσε ότι αυτό που μου έδωσαν δεν εμπόδιζε την ομιλία μου αλλά μόνο τις κινήσεις μου. Την κοίταξα έκπληκτη και την ρώτησα που ήσουν και πότε θα μπορούσα να σε ξαναδώ. Μου είπε ότι όταν γινόμουν καλά θα με πήγαιναν να σε επισκεφτώ.
Ήθελα να την αγκαλιάσω για να την ευχαριστήσω αλλά δεν μπορούσα. Έτσι αρκέστηκα με ένα απλό ευχαριστώ.
Με ρωτούσε διάφορα πράγματα. Μου είπε ότι αν απαντούσα θα βοηθούσε την θεραπεία μου. Έτσι και εγώ απάντησα.
Με ρώτησε ότι είχε ρωτήσει και πριν ο αστυνομικός αλλά με πιο όμορφα λόγια. Της απάντησα με τις ίδιες απαντήσεις που είχα δώσει και σε αυτόν.
Οι επόμενες ερωτήσεις τις με μπέρδευαν και δεν ήθελα να τις απαντήσω αλλά το έκανα. Βλέπεις με ρωτούσε για την οικογένειά μου. Με ρώτησε για τον πατέρα μου.
Δεν μου άρεζαν αυτές οι ερωτήσεις. Όταν θυμόμουν τέτοια πράγματα οι φωνές άρχιζαν και πάλι στο μυαλό μου. Όχι όμως αυτήν την φορά. Της είπα ότι ο μπαμπάς καμιά φορά δεν κοιμόταν στο κρεβάτι της μαμάς αλλά στο δικό μου. Της είπα όλη την ιστορία. Πράγματα που δεν σου έχω πει και δεν θέλω να ξέρεις.
Έμεινε για πολύ ώρα μαζί μου και με άκουγε. Της είπα πολλά. Ώσπου μέσα στο δωμάτιο μπήκαν δύο άνδρες. Ο ένας τους κρατούσε έναν δίσκο με φαγητό. Ο άλλος ήρθε και μου έβγαλε αυτό το πράγμα που μου εμπόδιζε τις κινήσεις.
Η γιατρός σηκώθηκε. Μου είπε να φάω και ότι θα ερχόταν πάλι αύριο για να συνεχίσουμε την κουβέντα μας.
Έκανα ότι μου είπε. Ήξερα ότι για να σε βρω όσο πιο γρήγορα μπορώ ο μόνος τρόπος θα ήταν να ακολουθώ τους κανόνες.
Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε για αρκετές μέρες ώσπου η γιατρός μου είπε ότι ήταν η ώρα να αλλάξω δωμάτιο.
Το επόμενό μου δωμάτιο ήταν πιο σκληρό και λιγότερο φωτεινό από το προηγούμενο. Είχε κρεβάτι παράθυρο και κάποια άλλα πράγματα που δεν θυμάμαι. Προσπάθησα να ανοίξω το παράθυρο αλλά μάταια. Ήταν κλειδωμένο.
Η γιατρός ήρθε αργότερα την ίδια μέρα και μιλήσαμε. Ένοιωθα περίεργα κοντά της. Νομίζω ότι δεν μου άρεζε αυτό. Αλλά και πάλι δεν ήμουν σίγουρη. Προσπαθούσα να μην φέρνω αντιρρήσεις και να είμαι καλή αλλά δεν μου έλεγαν που είσαι.
Πέρασα πολλές μέρες σε αυτό το μέρος. Μέρες μακριά από εσένα. Μακριά από την αγκαλιά σου. Ήθελα να γυρίσω πίσω τον χρόνο και να σε ξανά κρατήσω στα χέρια μου. Έπρεπε να φύγω και να σε βρω.
Λίγο αργότερα έγραψα ένα ποίημα που εξιστορούσε την αγάπη μας. Ένα ποίημα που έλεγε πως μεταμορφώθηκα χάρης εσένα. Το έχω κρατήσει στην τσέπη μου.
Χθες μπόρεσα να πάρω από έναν φύλακα τα κλειδιά. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάρω της πόρτας αλλά έχω του παραθύρου. Θα βγω από εκεί, θα σκαρφαλώσω τον φράκτη και θα έρθω να σε βρω. Μην ανησυχείς θα σε βρω όπου και αν είσαι.
Η αρχή στο Μέρος 1
Πηγή Εικόνας: freepik
