Κοιτούσε το απέραντο της πόλης και αγνάντευε της πολυκατοικίες… Η ΨΩΝΑΡΑ! Δεν κοιτούσε που η αραίωση στην κορυφή της κεφάλας του κόντευε να γίνει καράφλα, μου το έπαιζε και ο τζόβενος του πάρτι.
Είχαμε συγκεντρωθεί από τις πέντε, και μιας που είχε περάσει η ώρα, το αφεντικό ήθελε να κάνει τις ανακοινώσεις. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς τον Σπυράκο στο πλευρό του. Έτσι έστειλε εμένα, σαν το ζώο που είμαι, να τον βρω και να τον φωνάξω.
Μόνο που τον είδα πάνω στην ταράτσα να αγναντεύει, μου ήρθε να τον σπρώξω, ένα τσακ, και να γκρεμοτσακιστεί. Οι συνάδελφοί μου στο γραφείο θα μου έστηναν άγαλμα για το καλό που τους έκανα και θα με βοηθούσαν να ξεφύγω από την αστυνομία, αλλά τι λέω; Αργά ή γρήγορα θα με έπιαναν και θα έπρεπε να φάω τα καλύτερά μου χρόνια στην φυλακή. Όχι! Θα έπρεπε να το σκεφτώ καλύτερα. Αν ήταν να πάω μέσα, τουλάχιστον ο φόνος να ήταν εκ προμελέτης.
Τον φώναξα και κατεβήκαμε. Πήγα από τις σκάλες για να αποφύγω να είμαστε μαζί στο ασανσέρ, αλλά με ακολούθησε…
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ Πηγή Εικόνας: freepik
