Ο αέρας φυσούσε πάνω απ’ τον καταφαγωμένο βράχο, γυμνό, ξερό που όμως στα πόδια του είχαν φυτρώσει ψηλά χορτάρια. Ένα κοράκι έκατσε στα πεσμένα κλαδιά και κρόαξε την εκκίνηση του φεγγαριού. Ο βράχος σήκωσε το κεφάλι του από τις όχθες της λιμνούλας και τέντωσε το πιασμένο του σώμα.
«Καλή Νύχτα σου, φίλε μου», είπε ο βράχος στο κοράκι. Εκείνο, του γύρισε την πλάτη, και συνέχισε να φωνάζει στην πλάγιά. «Σε ποιόν φωνάζεις γείτονα, μονάχοι έχουμε μείνει. Μας πήρανε τα δέντρα μας, μας πήρα και τους θάμνους. Ακόμα και το ποτάμι μας το στέρεψαν ετούτοι».
«Εσένα να δούμε πότε θα πάρουνε!»
«Καλέ μου, προηγείσαι. Εγώ εδώ βρισκόμουνα πριν έρθει το πλατάνι».
«Το πρόβλημά μου είναι, πως δεν έφυγε μονάχο».
«Ποιο;»
«Το πλατάνι! Για ποιον μιλάς τόση ώρα;»
«Συγνώμη γιατί με μπέρδεψες, μπορείς να επαναλάβεις; Ποιον ψάχνεις; Ποιος σε πείραξε; Για ποιον, εσύ, φωνάζεις;»
«Την φωλιά μου θέλω να βρω και τα σπλάχνα μου γυρεύω. Ξέρεις ποιος με πείραξε, δεν είναι ανάγκη να σου πω», είπε με το μικρό του κεφάλι σκυφτό, ενώ τα μάγουλά του υγραίνονταν από τα ζεστά του δάκρυα.
Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο βράχος λύγισε. Ήξερε τι είναι να χάνεις οικογένεια και φίλους. Δεν ήταν πάντα ο μόνος κάτοικος της πλαγιάς, με προσωρινούς επισκέπτες όπως το κοράκι.
Παλιά είχε οικογένεια που ακουμπούσε το ποτάμι δειλά-δειλά, ενώ οι πιο τολμηροί έμπαιναν ολόκληροι μέσα. Αλλά, σκεφτόταν ότι αυτά ήταν σου παρελθόν, και πως οι σκέψεις του αυτές δεν θα άλλαζαν κάτι.
«Φύγε βρωμοκόρακα από την πλαγιά μου!» φώναξε ο βράχος. «Φύγε και μην ξαναγυρίσεις. Ξέχνα την φωλιά σου, την παλιά και φτιάξε μια καινούρια. Αλλά κ’ αυτό να μην κάνεις, στην πλαγιά μου να μην γυρίσεις».
Ο κόρακας παραξενεύτηκε και άφησε στην ησυχία του, τον βράχο. Έτσι κι αλλιώς ξημέρωνε, τα πρωινά έψαχνε την γυναίκα του, μήπως και είχε γλυτώσει από την πτώση του πλατάνου.
Ο βράχος περίμενε να εξαφανιστεί ο κόρακας από τον ορίζοντα και μετά πήγε να πάρει θέση αλλά όχι κοντά στην λίμνη. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκατσε ελαφριά στο πιο κάθετο σημείο την πλαγιά και περίμενε.
Ήξερε πως σε λίγο θα ήταν η ώρα με τους πολλούς ανέμους, αυτούς που θα τον βοηθούσαν να τσουλήσει με δύναμη πάνω στο πετρόκτιστο. Με αυτήν την κίνηση είχε ως μοναδική ευχή να καταφέρει να πληγώσει έστω και λόγω τον εχθρό.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Παραμύθια Πηγή Εικόνας: freepik
