Η μικρή Στέλλα κρατιόταν από τα κάγκελα του μπαλκονιού και προσπαθούσε να μην κοιτάξει κάτω. Τα δάκρυα έβρεχαν τα μάγουλά της. Προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει την θολούρα στο μυαλό της.
«Πως έφτασα εδώ;» ρώτησε δυνατά.
Οι φωνές από τον δρόμο την παρότρυναν να πηδήξει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τις ακούσει ή όχι. Δεν ήξερε αν το κτήριο όντως φλέγονταν, ή όχι. Μέσα από τα θολά της μάτια μπορούσε να διακρίνει φίλους και γνωστούς της, να την ενθαρρύνουν να αφήσει τα χέρια της.
«Θα σε πιάσω εγώ!» της φώναξε ο παππούς της με ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο.
«Δεν ξέρω αν είσαι εσύ εκεί», του απάντησε η Στέλλα.
«Άκου ηλίθιο πλάσμα, αν δεν πέσεις θα σε κάψει η φωτιά!» την μάλωσε. Το πρόσωπό του είχε μεταμορφωθεί, φαινόταν εκνευρισμένος, η επιδερμίδα του ήταν κατακόκκινη.
Η μητέρα της είχε ανοιχτό τον απορροφητήρα και δεν άκουγε της φωνές της κόρη της. Η Στέλλα έμεινε κοκαλωμένη για λίγο ακόμα σε αυτήν την στάση. Αυτά τα λίγα λεπτά ήταν αρκετά ώστε να προλάβει η μαμά της να την βρει και να την πάρει αγκαλιά.
Οι φλόγες και το πλήθος άρχισαν σιγά – σιγά να εξαφανίζονται.
Η μητέρα της άρχισε να κλαίει, ήξερε ότι οι γιατροί είχαν δίκιο. Δεν θα μπορούσε να προφυλάξει το κορίτσι της μόνη της, χρειαζόταν ιδική φροντίδα από επαγγελματίες.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Κοινωνικές Πηγή Εικόνας: freepik
