Menu
Όλες οι ιστορίες / Χιούμορ

Για ένα αστείο

Αστείο Μικρόφωνο

Έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου μου με τόση δύναμη που αν τα δάχτυλά ήταν ενδιάμεσα, θα είχαν σπάσει. Και η σκέψη το να του σπάσω τα δάχτυλα ήταν η λιγότερο βίαιη που είχα όλη μέρα. Δεν είχα όρεξη για αστεία.

Περπάτησα την παρατημένη δημόσια αλάνα που το μαγαζί χρησιμοποιούσε για πάρκινγκ, με τον μεσημεριανό ήλιο να λιώνει την άσφαλτο και μπήκα στον χώρο. Η πόρτα αν και βαριά άνοιξε πολύ παραπάνω απ’ όσο ήθελα αλλά όχι αρκετά για να χτυπήσει το γυάλινο τοίχο που χώριζε το γραφείο του από τα τραπέζια και την σκηνή.

Πριν ακόμα η πόρτα κλείσει πίσω μου ο Στέφανος, ή για κάποιους το αφεντικό, είχε σηκωθεί και ερχόταν προς το μέρος μου. Ο αχαΐρευτος από την άλλη είχε αρχίζει να στάζει από τον ιδρώτα, το χέρι που κρατούσε το μικρόφωνο έτρεμε και η φωνή του άρχιζε να γίνεται ψιλή και νευρική αλλά λογικό με τέτοιον θάνατο. Το λιγοστό κοινό δεν γελούσε με τις κρυάδες του, που δεν θα έπιαναν ούτε σε μεθυσμένους.

Ο μπάρμαν που την είχε δει μπράβος τελευταία πήγε να με πλησιάσει αλλά ο Στέφανος τον έκανε σήμα ότι θα το διαχειρίζονταν ο ίδιος.

«Λουκία, αγάπη μου! Πως και από εδώ; Σήμερα δεν είναι η μέρα σου», μου είπε όταν με πλησίασε.

«Στέφανε σε παρακαλώ για να μην αρχίσω να τσιρίζω μπροστά στους πελάτες, άσε να τελειώσει το κτήνος και μετά μιλάμε κατ’ ιδίαν» του είπα όσο πιο συγκρατημένα μπορούσα. Κάτι που έκανε το πρόσωπό μου να πονάει από το σφίξιμο των μυών.

Με έβαλαν να κάτσω σε ένα από τα πίσω τραπέζια, ενώ μάζεψαν από τα σταντ των χαρτοπετσετών μέχρι και το πλαστικό κεράκι. Προφανώς τους είχα λίγο τρομοκρατήσει και φοβόντουσαν μην πάνω στα νεύρα μου επιτεθώ στο κάθαρμα. Δεν τους αδικώ. Αν διάβαζαν τις σκέψεις μου θα με έδεναν στην καρέκλα για λόγους ασφαλείας.

Το κοινό ήταν απαθής στα κρύα αστεία του χαμένου κορμιού και εγώ για να προσπαθήσω να ηρεμίσω έπαιζα με ένα φακελάκι ζάχαρης που είχε ξεμείνει στο άδειο τραπέζι μου.

Τρία λεπτά μετά, είχε τελειώσει γρήγορα άδοξα το «τέταρτό» του, το οποίο προφανώς ήταν λειψό. Και ούτε ένας κόκκος ζάχαρης δεν είχε μείνει στο σακουλάκι ή στο τραπέζι μου.

Το άχρηστο πήγε να ξεφύγει από τα καμαρίνια και λογικά ήθελε μετά να χωθεί από κανένα παράθυρο για να το σκάσει, αλλά ένας μπράβος του έκοψε τον δρόμο και τον οδήγησε στο δεύτερο γραφείο του αφεντικού. Εκείνο που ήταν στο πίσω μέρος του κτηρίου. Την ίδια ώρα ο Στέφανος με πλησίασε και με συνόδεψε ως το ίδιο γραφείο.

«Νομίζω όλοι ξέρουμε γιατί βρισκόμαστε εδώ», είπε βιαστικά ο Στέφανος όταν καθίσαμε με την ελπίδα να τελειώσουμε μία ώρα αρχύτερα.

«Για τον λόγω του αληθείς Στέφανε δεν είμαι σίγουρος τι σημαίνει», του απάντησε το αγράμματο, ενώ δεν είχε το θάρρος ακόμα να γυρίσει και να με κοιτάξει.

Αντίθετα που εγώ δεν είχα πάρει τα μάτια μου από πάνω του, με ήρεμη και ειλικρινής φωνή είπα, «Στέφανε κάνε κάτι γιατί ξέρεις ότι θα τον σκοτώσω».

«Λουκία μου μην ανησυχεί. Σε καταλαβαίνω και είμαι με το μέρος σου».

«Στέφανε αν ήσουν με το μέρος μου δεν θα ήταν αυτό το πράμα εδώ».

«Εμένα λέει πράμα;»

«Λουκία μου υπήρχαν καταστάσεις προκαθορισμένες και δεν γινόταν να ακυρωθούν. Τώρα επί του φλέγον θέματος, Άλκη η συνεργασία μας τελειώνει εδώ και μέχρι να βρεις έναν τρόπο να εξιλεωθείς στην Λουκία και απ’ ότι έμαθα μετά από τον Πέτρο, την Κλειώ και την Άννα, δεν είσαι ευπρόσδεκτος ούτε για πελάτης».

«Δεν σε κατανοώ. Τι έκανα;»

«Άλκη μην κάνεις τον ανήξερο σε παρακαλώ. Το να κλέβεις μέρος κειμένου άλλων συναδέλφων είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κάποιος κωμικός».

«Έγινε και κωμικός τώρα το κλεφτρόνι;» φώναξα αφού δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Ο Στέφανος έκανε μου έκανε ένα νόημα να ηρεμίσω. Δεν αξίζει να πέφτω στο επίπεδο εξαιτίας του, σκέφτηκα παίρνοντας μία βαθιά ανάσα.

«Ακόμα δεν μπορώ να σε κατανοήσω Στέφανε. Εγώ δεν έκλεψα τα αστεία κανενός. Τα πήρα τα ανέπτυξα και τα έκανα δικά μου. Αν θέλετε να κρατηθεί ο χαρακτηρισμός του κλέφτη, μπορούμε να συμβαδίσουμε όλοι με την έννοια ότι έκλεψα σαν καλλιτέχνης, γιατί όπως λέει και το βιβλίο -».

«Το να αλλάζεις μερικές λέξεις με συνώνυμες από το πεντάλεπτο κάποιου άλλου δεν είναι ανάπτυξη!» φώναξε έχοντας πλέον σηκωθεί από τα νεύρα. «Ιδικά όταν ο δικός σου τρόπος χειροτερεύει το αστείο! Ο Θωμάς δεν ήρθε να πει κάτι γιατί το μπιτ ήταν παλιό και δεν τον ένοιαζε τόσο, αλλά ακόμα και κάτι τέτοιο ήταν απαράδεκτο! Ήρθες στο μαγαζί μου σου έδωσα μία ευκαιρία και με ξεπληρώνεις έτσι;» είχε κατακοκκινίσει και άρχισα να φοβάμαι έχει θέμα με την πίεσή του. Μπορεί να ήμουν εκνευρισμένη μαζί του, αλλά ο Στέφανος ήταν πάντα πολύ εντάξει απέναντί μας.

Σηκώθηκα, του έβαλα λίγο νερό από το μικρό μπαράκι που είχε στα αριστερά, του το έδωσα και φώναξα απ’ έξω έναν υπάλληλό του. Εκείνος το πήρε το ποτήρι, έβγαλε ένα χάπι από το συρτάρι του γραφείου και το έδωσε στον Στέφανο.

Πρώτη φορά τον είχα δει να χάνει τόσο την ψυχραιμία του. Ούτε όταν τον κρέμασε ο Πέτρος, ούτε όταν ο Ανέστης είχε έρθει λιάρδα. Πάντα έβρισκε μία λύση, ακόμα και αν έπρεπε να πληρώσει διπλά ή τριπλά.

Το τιποτένιο σκουλήκι έλεγε ξανά και ξανά ότι δεν καταλάβαινε, ότι έχει γίνει κάποια παρανόηση, ενώ στο τέλος νόμιζε ότι του κάναμε πλάκα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, κάποιοι ακόμα υπάλληλοι κοιτούσαν προς τα εμάς. Κανείς δεν τον άκουγε το παραλήρημα του κλέφτη. Όλοι κοιτούσαμε το Στέφανο για να σιγουρευτούμε ότι είναι καλά.

Ένας από τους παλιότερους υπαλλήλους του Στέφανου ήρθε, του έδωσε κάποια χαρτονομίσματα και τον προειδοποίησε να μην ξανά τολμήσει να πατήσει στο μαγαζί ούτε ως πελάτης, γιατί στην καλύτερη θα τον έσπαγαν στο ξύλο.

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ
Πηγή Εικόνας: freepik