«Όχι Ρούλα, δεν καταλαβαίνω. Και μην αρχίσεις πάλι τις δικαιολογίες γιατί θα στο κλείσω…» Είχα εκνευριστεί με την εμμονή της φίλης μου να πάω στο χαζό βραδινό μπάνιο που οργάνωνε η παρέα του γκόμενού της.
«Στέλλα σε παρακαλώ. Δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να έρθεις!» μου τόνισε εκείνη.
«Χωρίς λόγο δεν πάω ούτε μέχρι το περίπτερο. Δεν θα τρέξω τώρα κάπου που ξέρω μόνο εσένα και τον Θωμά. Ειδικά όταν είμαι σίγουρη ότι μέσα σε λίγα λεπτά θα ξεμοναχιάστε σε καμιά γωνιά και θα χαμουρεύεστε αφήνοντάς με στο έλεος ανθρώπων που δεν με κάνουν να αισθάνομαι άνετα. Ρούλα σ’ αγαπώ, αλλά φανάρι δεν στο κρατάω», κατέληξα.
«Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι θα ξέρεις παραπάνω άτομα».
«Άτομα που δεν χωνεύω όπως τους φίλους του Θωμά δεν τους μετράω. Συγκεκριμένα με ενοχλεί εκείνος ο ψιλός με το ανοιχτόχρωμο μαλλί. Συνεχώς μου την πέφτει ενώ του έχω ρίξει τόσα άκυρα! Άσε που με αγριεύει η θάλασσα το βράδυ, έτσι κατάμαυρη που είναι».
«Ωραία θα στο πω αλλιώς. Ένα άτομο που θέλεις να δεις θα είναι εκεί. Στην τελική έλα για μία ωρίτσα και μετά πες μια δικαιολογία και φύγε. Δεν χρειάζεται να μπεις καν στην θάλασσα».
«Ή μπορώ να μείνω σπίτι μου που δεν θα χρειαστώ καν δικαιολογία!»
«Στέλλα δεν μπορώ να το πω πιο ξεκάθαρα ενώ κρατάω την υπόσχεσή που έδωσα, οπότε απλά επιστέψουμε και έλα!» Η κλήση μας τερματίστηκε λίγο αργότερα με συνοπτικές διαδικασίες.
Ζυγίζοντας τις δύο μου επιλογές αποφάσισα ότι καλύτερα να πάω για λίγο, ώστε να μπορώ να γκρινιάξω στην Ρούλα όταν όλα αποδειχτούν μάταια, παρά να έρθω αντιμέτωπη με την δική της γκρίνια. Έτσι έβαλα το μαγιό, την σαλοπέτα μου, φορτώθηκα την τσάντα θαλάσσης και έβαλα μπρος για την παραλία.
Πήγα με την μηχανή για να μην μου φορτωθεί κανείς. Στην δικαιολογία μου για να φύγω είχα μπλέξει και την αδελφή μου, βοηθητικά.
Όταν έφτασα η Ρούλα με χαιρέτησε από την αγκαλιά του Θωμά που καθόντουσαν σε κάτι ξεχαρβαλωμένες ξαπλώστρες. Όμως ανάμεσα στους χαζούς, αρρενωπούς και καλά “μάγκες” φίλους του με τα κακό-κουρεμένα μαλλιά, κάπρι μαγιό και ηλίθιες λευκές μπλούζες, υπήρχε κάτι διαφορετικό. Μία μικροκαμωμένη φιγούρα με πυκνά σγουρά μαλλιά.
Στην όψη της ένιωσα αδύναμη. Δεν τολμούσα να την πλησιάσω είχα κοκαλώσει δίπλα στην μηχανή με το κράνος μου ακόμα στα χέρια.
Λεπτά χρόνια ή στιγμές μετά το βλέμμα την διασταυρώθηκε με το δικό μου. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν ακίνητη μόνο το ότι η Ρούλα τρόμαξε με την βουβαμάρα και ακινησία μου και ήρθε κοντά μου.
«Στέλλα είσαι καλά; Πάγωσες από την έκπληξη, ε;» είπε ταρακουνώντας με λίγο για να σιγουρευτεί ότι την ακούω.
«Ρούλα γιατί της το κάνεις αυτό; Αφού ξέρεις ότι της αξίζουν καλύτερα από εμένα» ρώτησα μονότονα. Η φωνή μου ήθελε να σπάσει και να ξεχυθούν τα δάκρυα στα μάγουλά μου, αλλά δεν τα άφησα.
«Μην ακούω βλακείες. Είστε γεννημένες η μία για την άλλη!»
«Μην τολμήσεις να την ξανά-υποτιμήσεις έτσι, συγκρίνοντάς την μαζί μου!» της είπα υψώνοντας την φωνή μου αρκετά ώστε να μην με ακούσουν οι άλλοι.
«Πας καλά ρε Στέλλα; Ούτε αυτή έχει ξεκολλήσει μαζί σου. Γιατί δεν κάνετε μία νέα αρχή;»
«Γιατί της αξίζουν καλύτερα», απάντησα βάζοντας το κράνος μου και έφυγα πριν προλάβω να το μετανιώσω.
Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Αισθηματικές, Χιούμορ Πηγή Εικόνας: freepik
