Menu
Όλες οι ιστορίες / Χιούμορ

Η Λευκούλα

«Όχι ένα, όχι δύο αλλά τρία πόδια έχω. Όχι ένα, όχι δύο αλλά τρία χέρια έχω. Με μέση δαχτυλίδι και κεφάλι μεγάλο και τρανό, με πήρε ο κύριος. Πάνω μου ακουμπούσε τις γνώσεις του, τις σκέψεις του, τις αναμνήσεις του. Και εγώ του πρόσφερα φως, στήριγμα και ένα μαντήλι για τις δύσκολες ώρες. Ότι μου έδινε, του το έδινα και εγώ. Και που με κατάντησε αυτό;» ρώτησε και αναστέναξε βαριά η Λευκούλα.

«Θα σου πω εγώ!» φώναξε ο Μωβούλης. «Να αποκαλείς το δικό μου φως, δικιά σου προσφορά!» της φώναξε.

«Αν δεν είχες εμένα να σε στηρίζω θα σε είχε βάλει στο πατάρι χρόνια τώρα!» του γρύλισε εκείνη. Στιγμιαία το ύφος της άλλαξε. Συννέφιασε το πρόσωπό της καθώς θυμήθηκε το τώρα. «Έχει πάρει καινούριο κρεβάτι εδώ και τόσο καιρό. Γιατί περίμενε τόσο να με αντικαταστήσει; Θα έφευγα και εγώ με τον μαυρούλη και θα είχα τουλάχιστον μια συντροφιά», είπε καθώς η μιλιά της έσπαγε από τα δάκρυα, που προσπαθούσε να συγκρατήσει. «Μήπως φταίει ότι το χρώμα μου έχει χάσει την λαμπρότητά του ή ότι έχω κάποια γδαρσίματα στα πόδια;»

«Λευκούλα μου μην τα σκέπτεσαι αυτά», την καθησύχασε ο γκριζούλης. «Τους άκουσα απ’ το ακουστικό μου. Έψαξαν παντού αλλά δεν βρήκαν άλλη σαν εσένα και… όπως είπες…», διέκοψε διστακτικά. «Τώρα το κρεβάτι έχει αλλάξει και έγινε διπλό. Χρειάζονται δύο σαν εσένα. Χρειάζονται δύο κομοδίνα. Επειδή, όμως, δεν μπορούν να βρουν κάτι που να σου μοιάζει, πήραν δυο καινούρια».

Τα λόγια αυτά ήταν σκληρά για την λευκούλα, αλλά η πραγματικότητα ακόμα πιο σκληρή. Ο Μάνος δεν ήθελε να κρατήσει πια άλλο αυτό το τραπεζάκι μπαλκονιού για κομοδίνο, γιατί τώρα με την συγκατοίκηση θα έπρεπε να κρύβει τις τσόντες του.

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Χιούμορ
Πηγή Εικόνας: freepik