Menu
Μεταφυσικές / Όλες οι ιστορίες / Παραμύθια / Περιπέτειας

Ελληνίσσα

Πήρα μία βαθιά ανάσα και ξεκίνησα για το σπίτι του Ανδρέα. Εκεί θα συναντιόμασταν με τον Δημήτρη και τον Μενέλαο για να βρούμε την Ελληνίσσα.

Ο Ανδρέας ήταν ανησύχως στον δρόμο. Φοβόταν ότι κάτι θα παθαίναμε ή ότι όντως θα βρίσκαμε την Ελληνίσσα. Μόνο η σκέψη ενός τέτοιου πλάσματος τον έκανε να ανατριχιάζει. Ο Δημήτρης από την άλλη ήταν το ακριβώς αντίθετο. Δική του ιδέα ήταν να βρούμε την θρυλική Ελληνίσσα. Στα μάτια μου έμοιαζε ατρόμητος .Ο Μενέλαος, όπως πάντα, ήταν στον κόσμο του. Δεν είμαι σίγουρη αν είχε καταλάβει τι κάναμε ή αν απλά μας ακολουθούσε.

Ήμουν το μόνο κορίτσι στην παρέα και αυτό όχι από επιλογή. Στο χωριό όλα τα άλλα κορίτσια ή με το ζόρι περπατούσαν ή ήταν στο λύκειο. Οι μόνες μου φίλες έμεναν χιλιόμετρα μακριά.

Με τις σκέψεις μου να περιπλανιούνται φτάσαμε στην σπηλιά που πιστεύαμε ότι θα έμενε η Ελληνίσσα, αλλά αντί να κάνουμε δεξιά όπως όλοι νόμιζαν ότι κατοικεί, κάναμε αριστερά και χωθήκαμε μέσα από μία χαραμάδα που δεν χωρούσαν οι μεγάλοι.

Εκεί ήταν τα ερείπια του παλιού ορυχείου. Μετά από έναν δυνατό σεισμό είχε καταρρεύσει, ευτυχώς χωρίς θύματα, και κανείς δεν τολμούσε να ξαναμπεί εκεί μέσα.

Περπατήσαμε πολύ ώρα μέσα στο στενό μονοπάτι των βράχων. Ο Δημήτρης προπορευόταν και μας έδειχνε τον δρόμο. Πάνω από τα κεφάλια μας οι νυχτερίδες κοιμόντουσαν και προσπαθούσα με να μην τις αναστατώσουμε. Ήμασταν πιο αθόρυβοι και από τα ποντίκια που περπατούσαν δίπλα μας.

Ξαφνικά ο στενός χώρος έγινε ένα τεράστιο άνοιγμα. Οι σταλακτίτες ήταν τόσο ψηλά που με το ζόρι βλέπαμε τις μύτες τους και τα πλαϊνά της σπηλιάς είχαν εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Όσο και αν ψάχναμε, όμως, δεν βρίσκαμε κάποια συνέχεια στον δρόμο μας. Φαινόταν να είχαμε καταλήξει σε αδιέξοδο.

Ο Δημήτρης με κοίταξε με βλέμμα απογοήτευσης, δεν τον είχα ξαναδεί χωρίς ελπίδα στα μάτια. Η αλλαγή και μόνο αυτή έκανε την καρδιά μου να σφιχτεί.

Στιγμιαία ο Μενέλαος τινάχτηκε λες και είχε βγει από ένα όνειρο. Αρχικά τον κοίταξα με απορία αλλά μετά κατάλαβα τι ήταν. Βαριά βήματα ακούγονταν από το βάθος. Σβήσαμε τους φακούς μας και μείναμε παγωμένοι στις θέσεις μας.

Μέσα από το σκοτάδι ένας γιγάντιος βράχος μετακινήθηκε και μία πελώρια φιγούρα ξεπρόβαλε. Σήκωσε το χέρι της, έπιασε έναν σταλαχτίτη και τον κατέβασε κάτω.

«Ελληνίσσα;» είπε ο Ανδρέας εκπλήσσοντάς τους πάντες.

«Ποιος τολμά να ξεστομεί το όνομά μου;» αποκρίθηκε εκείνη.

Ο Ανδρέας κατάπιε την γλώσσα του.

«Είμαι εγώ η Μέλια, Ελληνίσσα. Έχω ακούσει πολλά για εσένα και ήθελα να σε γνωρίσω».

«Δώσε μου το χέρι σου!» πρόσταξε εκείνη και ήρθε πιο κοντά μας.

Ήταν μία πελώρια γυναίκα, γύρο στα πέντε μέτρα, με σπαστά μακριά γκρίζα μαλλιά, θολά από την ηλικία μάτια, πελώριες πλάτες, και ζαρωμένο μέτωπο.

Η προσταγή της με τρόμαξε και αντί για το χέρι μου της έδωσα ένα παλιό σίδερο που ήταν παρατημένο και παλιά θα ήταν μέρος του ορυχείου. Εκείνη την έπιασε και την λύγισε με το ένα χέρι.

«Είστε και τώρα δυνατοί αλλά όχι όπως ήμασταν εμείς» είπε και γύρισε πίσω.

Σοκαρισμένη δεν άφησα το σίδερο από το χέρι μου μέχρι να βγούμε από την σπηλιά.

Ορκιστήκαμε να μην ξαναμιλήσουμε για την σημερινή μας περιπέτεια. Και να ξεχάσουμε ότι είδαμε. Οι συχωριανοί ή δεν θα την έβρισκαν ποτέ και θα μας περνούσαν για τρελούς ή θα την έβρισκαν και θα την φυλάκιζαν. Με το στραβωμένο σίδερο, που η Ελληνίσσα πέρασε για το χέρι μου, σφραγίσαμε πρόχειρα το άνοιγμα ώστε ακόμα και εμείς να δυσκολευτούμε να ξαναμπούμε μέσα.

Για τις επόμενες μέρες ο Ανδρέας απέφευγε να μας συναντήσει, ο Δημήτρης ήταν στην Γιαγιά του και με τον Μενέλαο δεν είχαμε βγει ποτέ μόνοι μας. Έτσι πέρασα μόνη μου το υπόλοιπο του καλοκαιριού.

 

 

Για παρόμοια κείμενα στην κατηγορία: Παραμύθια, Μεταφυσικές, Περιπέτειας
Πηγή Εικόνας: freepik